Μας τάζει ο Θεός! Τα πάντα μας δίνει. Τον Παράδεισο μας τάζει. Αλλά δεν πάμε στο Θεό για να μας κάνει τα χατίρια. Πάμε στο Θεό να μας διαπλάσσει. Πάμε στο Θεό να γίνουμε αυτοί που πρέπει να γίνουμε. Και Του λέμε: «Κύριε, πάρε την ψυχή μου, πάρε το χωράφι της καρδιάς μου και βοήθησέ με να αποκτήσω ένα γόνιμο χωράφι. Μια καρδιά ταπεινή. Ένα χώμα μέσα στη ψυχή μου αφράτο. Να μπορεί να πέσει ο Λόγος Σου και να με αγγίξει». Αυτή είναι και η απάντηση στο ερώτημα που έκανα στην αρχή. Που είπα: «Φταίω εγώ που είμαι αυτός που είμαι; Φταίω εγώ που η ψυχή μου είναι επιπόλαιη, ή βιαστική, ή… Εγώ έτσι γεννήθηκα, έτσι μεγάλωσα, έτσι με μάθανε. Τι φταίω εγώ;». Και λέει ο Χριστός: «Δεν φταις, αρχικά· αλλά εσύ δεν είσαι χωράφι άψυχο. Δεν είσαι γη, δεν είσαι χώμα μόνο. Έχεις και ψυχή. Αθάνατη. Λογική. Κι έχεις και κάτι άλλο φοβερό που δεν το έχει κανένα άλλο ον στον κόσμο. Την προαίρεση».
Την προαίρεση! Την επιθυμία την εσωτερική. Την κλίση της καρδιάς σου. Έχεις προαίρεση. Μπορεί να είσαι επιπόλαιος, μπορεί να είσαι αδιάφορος, μπορεί να είσαι ψυχρός, αλλά μπορείς μέσα σου να θέλεις· ο βαθύτερός σου εαυτός — το βαθύτερό σου, το είναι σου — να θέλεις το ωραίο, το καλό. Να έχεις ένα πόθο για κάτι διαφορετικό. Ας μη το ζεις. Και να λες μέσα σου: Κύριε, δεν είμαι γη αγαθή, ταπεινή γη στην ψυχή μου. Είμαι σκληρός, έχω πείσμα, έχω εγωισμό, έχω νεύρα, έχω αντίδραση, έχω αυθάδεια. Έχω όλα τα ελαττώματα μέσα μου. Έτσι βλέπω την ψυχή μου. Τέτοιο χωράφι χάλια είναι η καρδιά μου. Αλλά θα ήθελα!.. Αυτό θα πει προαίρεση. Αυτό το, «θα ήθελα». «Θα ήθελα, Κύριε, Εσύ ο γεωργός ο καλός, Εσύ που μπορείς.
Εσύ που μπορείς, να μου αλλάξεις το χωράφι αυτό. Θέλω να θελήσω, θέλω να αλλάξω. Δεν μπορώ μόνος μου. Γιατί αυτό είναι το χωράφι της ψυχής μου. Ακατάλληλο, στεγνό, ξερό σαν την έρημο. Σαν κάτι χωράφια που έχει να βρέξει χρόνια και έχουν σκάσει. Έχουν ανοίξει, έχει ανοίξει η γη και βλέπεις μέσα, μέσα στη γη τα έγκατά της· και δεν μπορεί να πιάσει κανένας σπόρος: ούτε η αγάπη, ούτε η ταπείνωση φυτρώνει μέσα μου, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε η καλοσύνη. Τίποτα από όλα αυτά. Όλες οι κακίες. Σκληρός έχω γίνει». Και λέει ο Χριστός: «δεν σε μαλώνω για αυτό. Για αυτό που είσαι. Σε μαλώνω για αυτό που δεν γίνεσαι! Και μπορείς να γίνεις, αν μου δώσεις την άνεση, την δυνατότητα, να μπω στην ψυχή σου, να μπω στο χωράφι σου και να στο φτιάξω. Θέλεις;…».
Αυτή είναι η διαφορά της παραβολής με την πραγματικότητα. Η παραβολή είναι παραβολή, αλλά δεν υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία με την ψυχή μας. Γιατί η ψυχή μας δεν είναι χωράφι άβουλο. Δεν είναι χωράφι νεκρωμένο σαν το χώμα της γης. Η ψυχή μας έχει λόγο, έχει βούληση, έχει θέλημα. Πού δίνεις το θέλημά σου, πού δίνεις την επιθυμία σου; Πες στο Χριστό: «Κύριε, δεν είμαι αυτός που πρέπει να είμαι, δεν είμαι αυτή που πρέπει να είμαι. Η γη της ψυχής μου είναι χωράφι άκαρπο· αλλά Εσύ, Κύριε, θέλω να με αλλάξεις. Έλα Εσύ να με διορθώσεις. Έλα να με βοηθήσεις. Όλα τα μπορείς Εσύ». Γι' αυτό είπα στην αρχή, ότι ο Χριστός μας, δεν μαλώνει. Κανένα χωράφι δεν το σχολιάζει αρνητικά, με την έννοια να κάνει παρατήρηση. Απλώς περιγράφει, ταπεινά.
Θυμάστε που λέει: «Εγώ ούκ ήλθον, ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλά ίνα σώσω τον κόσμον». Ήρθα να σας σώσω. Όταν ο Χριστός έρθει και σε βρει να είσαι σε ένα λήθαργο, να βαριέσαι που ζεις, να βαριέσαι να πας Εκκλησία, να βαριέσαι να προσευχηθείς, δεν θα έρθει να σου κάνει παρατήρηση, να σου πει, δεν ντρέπεσαι που βαριέσαι! Όχι! Αλλά θα σου πει: «Βαριέσαι»; «Βαριέμαι… Χτυπάει η καμπάνα· πώς βαριέμαι και νυστάζω…». «Ωραία! Θες να αγγίξω την καρδιά σου Εγώ; Θες να σε γνωρίσω και να Με γνωρίσεις καλύτερα; Θες να Μου ανοίξεις την ψυχή σου να μπω μέσα»; «Μη μου ζητάς όμως εκκλησίες και τέτοια. Δεν μπορώ. Τα βαριέμαι. Αυτά, τα κηρύγματα, εκκλησίες, παπάδες, ομιλίες, αυτά δεν τα μπορώ». «Κοίταξε! Αυτά μην τα σκέφτεσαι, έτσι, αγχωτικά. Αυτά θαρθούνε. Θαρθούνε με την καλή σου την προαίρεση. Με την καλή σου την καρδιά. Θα ήθελες»;
Αυτό το «θα ήθελα!», είναι που περιμένει ο Χριστός μας. Αυτή την καλή επιθυμία.
Και να Του πούμε: Κύριε, θα ήθελα, ναι. Θα ήθελα να με βοηθήσεις να αλλάξω. Και το χωράφι της ψυχής μου να γίνει όπως το θες Εσύ. Γη καλή και αγαθή. Γη εύφορη. Να πιάνει ο σπόρος, βρε παιδί μου! Να πιάνει ο σπόρος. Να πέφτει κάτι μέσα και να το ρουφάω.
Αυτό δεν είναι το φυσιολογικό; Η γη, δεν είναι το φυσιολογικό, όταν πέφτει η βροχή να την ρουφάει; Και να μη βλέπεις επάνω νερά να λιμνάζουν. Να το πίνει το νερό. Και όταν το πίνει θα γεμίσει η γη λουλούδια, πράσινο, ευωδίες, ομορφιές. «Θα ήθελες»; «Εννοείται, θα ήθελα». «Εμ, δεν εννοείται!». «Ε, κάτσε τώρα! Θα μας μπερδέψεις». Ναι, δεν εννοείται, γιατί αυτή τη λέξη που λες, ο Θεός την παίρνει πολύ σοβαρά.
Πρόσεξε! Πρόσεξε! Θα πω κάτι. Και το λέω και στον εαυτό μου και το λέω και σε σένα: μην πεις ποτέ στο Θεό πράγματα που δεν τα παίρνεις στα σοβαρά! Ο Χριστός σε παίρνει πολύ στα σοβαρά. Σοβαρολογεί μαζί σου όταν Του μιλάς. Δεν σε παίρνει ο Χριστός επιπόλαια — στην πλάκα, λένε οι νέοι. Όταν μιλάς με το Χριστό σε ακούει πολύ σοβαρά. Δίνει όλη Του την καρδιά. Τείνει το ουςΤου, απλώνει δηλαδή το ενδιαφέρον Του και στρέφει το αυτί Του να σε ακούσει. Και ό,τι Του ζητήσεις θα στο δώσει. Θα στο δώσει με το τίμημα που έχει αυτό που ζητάς και με τη διαδικασία που χρειάζεται. Όταν πεις δηλαδή στο Χριστό, εσύ που έχεις το πείσμα σου, τα νεύρα σου, τον εγωισμό σου, τις παραξενιές σου, τα κρυφά σου πάθη και τα παλιά σου αμαρτήματα και τις κακίες που έχουνε πιάσει μέσα σου ρίζα… Και του λες του Χριστού: «Κύριε, έλα Εσύ απάλλαξέ με· βγάλε μου τα ελαττώματα, κάνε με καινούργιο άνθρωπο, άλλαξε την ψυχή μου!» Σου λέει ο Χριστός: «Αρχίζω έργο! Από τώρα αρχίζω να σε διορθώνω. Το χωράφι σου θα το κάνω απίστευτα ωραίο». Και αυτό ξέρεις πώς γίνεται; Γίνεται με το σκάψιμο. Γίνεται με το υνί που μπαίνει μέσα στο χωράφι· με τα μηχανήματα αυτά που ανακατεύουν τα χώματα, που φέρνουν τα πάνω — κάτω, που σπάνε τις πέτρες, που σπάνε τα κομμάτια που έχουν γίνει συμπαγή· ο πηλός αυτός που ξεραίνεται, το χώμα το ξερό. Θέλει πολύ ξύλο αυτή η υπόθεση. Θέλει πολύ πίεση. Θέλει πολύ πόνο. Θέλει πολύ δάκρυ. Το έλεγες! Έλεγες: «Ωραία, Κύριε, κάνε με όπως με θες να γίνω, όπως πρέπει να γίνω. Αλλαξέ μου τη ζωή. Κάνε με άγιο. Κάνε με ταπεινό. Ναι, αλλά πώς θα γίνει αυτό»; Πώς θα γίνει αυτό… Και παρεξηγείσαι.
Δεν είπες εσύ στο Θεό, γυρίζω τώρα — όχι στην κυρία που έλεγα πριν- στον κάθε άνθρωπο. Εσύ δεν είπες στο Θεό: «Κύριε, κάνε το χωράφι της ψυχής μου ταπεινό»; Εσύ που είχες τον εγωισμό, εσύ που είχες το πείσμα, εσύ που νόμιζες ότι το παιδί είναι δικό σου, το κάνεις ό,τι θέλεις, θα το έχεις όπως θέλεις, διάφορους λόγους. Διάφορους λόγους είχες. Ήξερε ο Θεός. Κι έρχεται ο Θεός και λέει: «Το χωραφάκι της ψυχής σου, αυτός ο πόνος θα το μαλακώσει πολύ το χωράφι της ψυχής σου». «Όταν έχασες τη δουλειά σου, απαντούσα στην προσευχή σου». «Μα δεν έκανα προσευχή Κύριε, να χάσω τη δουλειά μου!». «Ναι, παιδί μου, ζητούσες όμως να μαλακώσει το χώμα της ψυχής σου. Αυτή η δουλειά που έχασες, σε μαλάκωσε λιγάκι, θυμάσαι; Ταπεινώθηκες». «Ναι, αλλά την άλλη φορά που στη δουλειά μου μου φερθήκανε έτσι άσχημα; Την άλλη φορά που αρρώστησε η γυναίκα μου; Την άλλη φορά που έπαθα εκείνο το τρακάρισμα; Την άλλη φορά που…». «Όλα αυτά, παιδί Μου, όλα αυτά είναι ο διάλογος που έχω μαζί σου!». «Μα Κύριε, είσαι πολύ σκληρός!». «Δεν είμαι Εγώ σκληρός. Είναι η ψυχή σου πολύ σκληρή και όταν πάω να την ακουμπήσω, νιώθεις αυτή τη σκληρότητα σε Μένα, αλλά υπάρχει σε εσένα. Δεν γίνεται αλλιώς αυτή η ψυχή που κουβαλάς να μαλακώσει και να ταπεινωθεί, αν δεν πονέσει τόσο πολύ…». «Τόσο πολύ; Να μου πάρεις το παιδί»;
Και ο Κύριος δεν απαντά, παρά μόνο απλώνει πάλι τα χέρια Του πάνω στο Γολγοθά και μας δείχνει το σταυρό Του. Πώς τον κρατά. Και μας λέει: «Ιδού η απάντηση: Δεν γίνεται αλλιώς. Είναι ο μόνος δρόμος, ο μόνος τρόπος, το χωράφι της καρδιάς σου να μαλακώσει. Εγώ, παιδί μου, σοβαρολογώ απέναντι σου. Εγώ πήρα στα σοβαρά αυτό που μου είπες. Εγώ δεν παίζω μαζί σου. Εγώ θέλω να σε σώσω. Εγώ θέλω να πας στον παράδεισο. Εγώ θέλω να γίνεις αυτός που πρέπει να γίνεις». «Τόσο πολύ πρέπει να πονέσω»;