«Όσο πιο γρήγορα η ψυχή σου ταπεινωθεί, θα διορθωθείς. Θα μαλακώσεις και δεν θα υπάρχει πλέον λόγος να πονάς. Εκτός, αν θέλω να σε κάνω πλέον Άγιο. Άγιο! Να λάμψεις σαν τον ήλιο». Αλλά εμείς, αδελφοί μου, δεν ανήκουμε σ' αυτή την κατηγορία. Μη βιαστείτε να πείτε ότι μας κάνει ο Θεός αγίους· στους πιο πολλούς από εμάς, ακόμα σπάει ο Χριστός τα μεγάλα κομμάτια του εγωισμού μας που έχουν γίνει σαν ογκόλιθοι μέσα στην καρδιά μας. Αυτό κάνει ο Χριστός… «Και αυτός ο καρκίνος που ήρθε;» Αυτό ήταν ακριβώς και αυτός ο καρκίνος. Λέει ο πατήρ Παΐσιος, ότι ήταν εκεί στο Αγιο Όρος ένας γέροντας που είχε παλιά γνωρίσει. Έναν τόσο σκληρό, ήταν πολύ σκληρός. Είχε μια θέση στο μοναστήρι, και είχε πολύ ύφος, εξουσιαστικό. Είχε αρκετό εγωισμό ο άνθρωπος. Δεν τον κατηγορούσε (ο πατήρ Παΐσιος), αλλά το έλεγε· δεν τολμούσες να του πεις ποτέ τίποτα. Και ούτε ποτέ παρακαλούσε. Όλο ζητούσε απαιτητικά. Θα κάνεις αυτό, θα γίνει εκείνο. Ύφος απαιτητικό και πολύ εγωιστικό. Και αυτός, λέει, έπαθε καρκίνο και τον διακονούσα και τον βοηθούσα. Να δείτε πώς έκανε ο καρκίνος την ψυχούλα του! Πώς τον ταπείνωσε ο Θεός αυτόν τον άνθρωπο. Πόσο με δίδασκε με αυτό που πέρασε! Κι αυτός ο σκληρός, ο απότομος, ο απόλυτος, ο παράξενος, μου έλεγε: «Μου δίνεις λίγο νεράκι; διψάω». Και του έδινα λίγο νεράκι με το ποτήρι και μετά μου έλεγε: «σε ευχαριστώ παρά πολύ, την ευχή μου να έχεις!». Ακου, λέει, πράγματα! Αυτός, να λέει «ευχαριστώ»! Ποτέ δεν έλεγε ευχαριστώ! Μόνο ζητούσε. Ποτέ δεν ευχαριστούσε. Ποτέ δεν μιλούσε ευγενικά. Πώς τον έκανε έτσι, λέει, η αρρώστια του!..
Φαίνεται κι αυτός είχε αυτό που είπα στην αρχή. Τι; Την καλή προαίρεση! Αδελφέ μου, δεν θα την είχε; Για να πάει στο Άγιο Όρος να αφιερώσει τη ζωή του, όσο παράξενος κι αν ήτανε, κάτι καλό θα είχε μέσα του. Ε, σε αυτό το καλό πόνταρε ο Θεός. Στηρίχτηκε, έκανε επένδυση ο Θεός σ' αυτό το καλό, το λίγο. Και λέει: θα σου κάνω την ψυχή αφράτο χωραφάκι. Ταπεινό χωράφι. Να σπείρω μετά μέσα τις αρετές Μου, την αγάπη, την ταπείνωση, την καλοσύνη, την ευγένεια της ψυχής, την ευγνωμοσύνη. Πώς θα γίνει αυτό; Με τα χτυπήματα. Με τα χτυπήματα, με το σκάψιμο, με το όργωμα, με τα δάκρυα, με τον πόνο. Αυτοί οι άνθρωποι βοηθούν. Διδάσκουν οι πονεμένοι. Διδάσκουν όλους εμάς να μαλακώσουμε, να ταπεινωθούμε, να ξυπνήσουμε, να βγούμε από το λήθαργο που ζούμε και να καταλάβουμε τη ματαιότητα αυτής της ζωής. Και τη σοβαρότητα της σωτηρίας μας.
Τι μεγάλο πράγμα είναι αυτό που το λέμε «σωτηρία»! Να σώσω την ψυχή μου! Μου το είπε ένα παιδί. Παιδί! Είκοσι πέντε χρονών άνθρωπος! Και μου λέει: «το θέμα είναι να μην χάσω την ψυχή μου! Να σώσω την ψυχή μου θέλω. Δεν με ενδιαφέρει πώς και πού και τι. Αν θα είμαι εδώ, αν θα γίνω μοναχός, αν θα πάω στο Άγιο Όρος, αν θα παντρευτώ, αν θα γίνω ιεραπόστολος. Δεν μ' ενδιαφέρει αυτό. Με ενδιαφέρει πώς Θα σώσω την ψυχή μου μέσα από οποιοδήποτε δρόμο». Και όμως, μας πνίγουν οι ματαιότητες της ζωής και ξεχνάμε αυτό το μεγάλο θέμα και μας κλέβει η ζωή. Μας κλέβει η ζωή…
Το λέει και ο Κύριος στην άλλη κατηγορία, στο σπόρο που πέφτει μέσα στα αγκάθια. Φυτρώνουν και τα αγκάθια και: «Καί σνμφυείσαι αί άκανθαι, απέπνιξαν αυτό». Φυτρώνει ο σπόρος, βγαίνει ο βλαστός για να μεγαλώσει, δίπλα του τα αγκάθια, τα άλλα ζιζάνια, τα φυτά αυτά που είναι γύρω-γύρω τα άχρηστα, που δεν χρειάζονται σε τίποτα· το πνίγουν και δεν μπορεί να μεγαλώσει. Και απαντά ο Κύριος και λέει: «Τό δέ είς τάς ακάνθας πεσόν ούτοι εισίν οί ακούσαντες, καί υπό μεριμνών καί πλούτου καί ηδονών τού βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καί ού τελεσφοροῦσι». Είδες; ακούσανε, αλλά πνιγήκανε. Πώς συμπνίγονται; Από τι; Από μέριμνες, από τον πλούτο, από τις ηδονές του βίου. Στο μυαλό σου χίλια δύο πράγματα. Μα δεν προλαβαίνω, έχω δουλειές, έχω εκείνα, έχω τα άλλα… Είχα πει σε κάποιον: ακούς τι λένε για τη Δευτέρα Παρουσία; Ότι έρχονται εσχατολογικά γεγονότα. «Μα εγώ δεν προλαβαίνω. Μα τι λέτε τώρα! Εγώ έχω να κάνω μεταπτυχιακό, έχω να κάνω διπλωματική στο Πανεπιστήμιο! Τι Δευτέρα Παρουσία! Δεν μπορεί να γίνει τώρα η Δευτέρα Παρουσία», μου λέει. «Έχω πολλές δουλειές να κάνω ακόμα. Δεν πρέπει να γίνει τώρα. Έχω διπλωματική». Μη γελάς! Έτσι είναι. Εσύ δεν είπες για διπλωματική, αλλά αν δεις τη ζωή σου, με πόσα πράγματα και εσύ έχεις απορροφηθεί. Από τα προβλήματά σου, από τα θέματά σου, τα οποία τα θεωρείς τόσο σοβαρά, ξεχνάς το κεντρικό θέμα της ζωής που είναι ο Χριστός και η συνάντηση μαζί Του. Είσαι έτοιμος; Είσαι έτοιμος να σου πει ο Θεός: «Σήμερα, παιδί μου, θέλω να συναντηθώ μαζί σου. Σήμερα θέλω να δω αν σκέφτεσαι Εμένα, αν είσαι έτοιμος να έρθεις κοντά σ' Εμένα. Αν είσαι έτοιμος να αφήσεις όλα αυτά που κάνεις». «Μα όλα αυτά που κάνω να τα αφήσω; Το σπίτι μου, το αυτοκίνητό μου, τα παιδιά μου, την περιουσία μου; Έχω τόσες δουλειές». «Μα οι δουλειές αυτές δεν θα σταματήσουν ποτέ. Τις δουλειές αυτές στις έδωσα για να σου θυμίζουν Εμένα. Να σε οδηγούν προς Εμένα. Να τις χρησιμοποιείς για Εμένα. Για τη δική Μου δόξα, για τη δική Μου συνάντηση, για τη δική σου βοήθεια στο πώς να Με πλησιάσεις. Και εσύ ξέρεις τι έχεις πάθει; Απορροφήθηκες από όλα αυτά · ζειςστη γη και απλώνεις ρίζες στη γη. Κόλλησες, βάλτωσες». Το έχεις πάθει; Το έχεις πάθει να βαλτώσεις κάπου με το αυτοκίνητό σου και να μη μπορείς να ξεκολλήσεις; Το έχω πάθει μια φορά μέσα στη λάσπη. Και να γυρίζει η ρόδα και να μη φεύγεις. Και να λέει ο Χριστός: «Μα πρέπει να ξεκολλήσετε από τη γη αυτή. Μη σας πνίξουν τα πράγματα αυτά. Οι δουλειές, το φαγητό. Μα το φαγητό δεν θα τελειώσει ποτέ. Τα μαγειρέματα δεν θα τελειώσουν ποτέ, οι υποχρεώσεις, τα ψώνια, οι αγορές». «Μα να μην τα κάνω»; «Να τα κάνεις όλα αυτά, αλλά η καρδιά σου να μην απορροφηθεί από αυτά».
Γιατί, να σε ρωτήσω κάτι; Πού είναι ο παππούς σου; Ζει; Η γιαγιά σου πού είναι; Ο προπάππος σου, ο προπροπαππούς σου και η προπρογιαγιά σου πού πήγαν; Πού πήγαν όλοι αυτοί; Που κι αυτοί χτίζανε, μαζεύανε, κάνανε παιδιά, είχανε όνειρα και ιδανικά. Πού είναι τώρα; πού είναι;… Είναι στο χωριό. Τι κάνουνε; Είναι εκεί, τους πήγαμε μ' ένα κουτάκι. Σε ένα κουτάκι… Χωρέσανε σε ένα κουτάκι, όλα αυτά τα όνειρα; Πέντε κόκαλα είναι ο άνθρωπος στο τέλος. Και όμως, αυτά τα πέντε κόκαλα δεν μπορούν να χορτάσουν με όλη τη γη και με όλα τα αγαθά της γης. Γιατί; Γιατί ο Θεός μάς έχει πλάσει για να μη χορταίνουμε με τίποτα σ' αυτό τον κόσμο. Για να διψάμε τον Παράδεισο· για να διψάμε το απόλυτο, το τέλειο, το ατέλειωτο, που είναι ο Θεός. Γι' αυτό, μην πάθουμε αυτή την απάτη, αυτή την παγίδα του κόσμου που μας κάνει και συμπνιγόμαστε.
Για κάτσε σκέψου το βράδυ, τι θα κάνεις από το πρωί ως την ώρα που θα νυχτώσει. Ή, αν είναι βράδυ και ακούς τη βραδινή εκπομπή, σκέψου τι έχεις κάνει σήμερα όλη μέρα, και τι από αυτά — από όλα αυτά που έκανες — θα σου χρειαστεί την ημέρα εκείνη που θα συναντήσεις το Χριστό, που θα σώσεις την ψυχή σου εκεί που θα υπάρχουν αυτά τα πέντε κόκαλα;… Δεν στο λέω για να τρομάξεις, στο λέω για να καταλάβεις την αλήθεια! Γιατί δεν σου αρέσει αυτό το μοντέρνο που κάνω; είναι πολύ μοντέρνο αυτό που κάνω, το ότι σου λέω τα πράγματα έτσι ωμά. Έτσι δεν κάνουν οι γιατροί στην Αμερική και στις μεγάλες χώρες; Όταν έχεις κάτι και σου λένε την ασθένειά σου, στο λένε ξεκάθαρα. Γιατί απ' τη μια θες να είσαι τόσο σύγχρονος και επίκαιρος και απ' την άλλη, όταν σου λένε την αλήθεια δεν θέλεις να ακούσεις και τρομάζεις; Πρέπει να ετοιμαστείς· όχι για να πεθάνεις, μα για να ζήσεις! Αλλά για να ζήσεις, πρέπει να μάθεις τα μυστικά της ζωής.
Είμαι υπέρ της ζωής, είμαι υπέρ της αιώνιας ζωής, είμαι υπέρ της Ανάστασης. Δεν είμαι υπέρ του θανάτου, ούτε θέλω τα λόγια μου να μυρίζουν θάνατο, αλλά να μυρίζουν ζωή. Αλλά για να καταλάβεις την ζωή, πρέπει να καταλάβεις την απάτη αυτού του κόσμου. Να μην μας ξελογιάσει ο κόσμος. Αυτό που λέει ο πατήρ Ιωσήφ η ησυχαστής σε μια επιστολή του, εκεί στην «Έκφραση μοναχικής εμπειρίας» που λέει σε μια επικεφαλίδα, «καημένε κόσμε, ψεύτικε ντουνιά, όλους μας κοροϊδεύεις και μας παραπλανάς, καημένε κόσμε ψεύτικε ντουνιά!» Αυτό είναι ο κόσμος όλος. Μια απάτη· μας κοροϊδεύει, μας κλέβει μας κάνει να ξεχνάμε τα ουσιώδη, τα μόνιμα, τα ατέλειωτα, το Θεό τον ίδιο, και στο τέλος λέμε «τι γίνεται; Πού πήγαν όλα αυτά; Πώς θα συνεχίσω τώρα τη ζωή μου;» Και λέει: «Δεν είναι αυτή η ζωή το πάν». Οι μέριμνες, ο πλούτος, και οι ηδονές. Κοιτάξτε, λέξεις του Χριστού. Ε; Θεϊκή επιλογή των λέξεων. Οι μέριμνες, δηλαδή όλο δουλειές, δουλειές, δουλειές. Θα ήθελαν πολλοί να κάνουν προσευχή, αλλά δεν προλαβαίνουν, γιατί έχουν δουλειές.