Ξέρεις, είναι και κάτι άλλο· η ζωή μας είναι ζυμωμένη με την θλίψη. Και οι πιο μεγάλες χαρές κρύβουν και μια θλίψη. Το είπα και στην αρχή αυτό. Όταν ο Καζαντζάκης πήγε στο Άγιο Όρος μια φορά, πήγε σε ένα μοναστήρι, νομίζω στην Μονή Διονυσίου που είναι ένα μικρό μοναστηράκι. Είδε, λέει, ένα θάμνο απέξω. Λένε ότι στα φύλλα αυτού του θάμνου έβλεπες σε σμίκρυνση τον Εσταυρωμένο Χριστό και την θλίψη του Σταυρού. Και λέει ο Καζαντζάκης σε ένα μοναχό: «Πολύ στενό το μοναστήρι σας, ψυχοπλακωτικά νοιώθεις εδώ μέσα. Μου πλάκωσε την ψυχή. Είναι στενό». Και του λέει ο μοναχός: «Δεν φταίει το μοναστήρι μας, που νοιώθεις αυτήν την στενότητα. Είναι στενός όλος ο κόσμος· δεν μας χωράει ο κόσμος, δεν μας χωράει ο χρόνος! Και ο χώρος αυτού του πλανήτη, αυτής της γης, αυτής της ζωής. Δεν χωράμε, για αυτό είμαστε στενοχωρημένοι. Θέλουμε το απόλυτο, το απέραντο. Θέλουμε το πολύ, και δεν το χωράμε. Δεν το μπορούμε».
Υπάρχει, δηλαδή, ζυμωμένη με την ζωή μας μια θλίψη, μια μοναξιά, ακόμα και στο πλήθος των ανθρώπων. Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρός, είχαμε μια καθηγήτρια καλλιτεχνικών ζωγραφικής. Αυτή είχε βάλει σκοπό να κάνουμε μια φορά στην περιοχή που ζούμε μια έκθεση, με πήλινες κατασκευές, ζωγραφική με χειροτεχνίες· Γυμνάσιο ήμασταν και το πέτυχε. Μαζέψαμε κόσμο. Ήρθε ο Δήμαρχος, ήρθε ο Επίσκοπος. Κάνανε αγιασμό, βάλανε μουσική μετά και κάνανε τα εγκαίνια της εκθέσεως. Και εγώ ήμουνα χαρούμενος. Λοιπόν. Πω πω! πόσο θα χαίρεται αυτή η καθηγήτρια που ο σκοπός της επιτεύχθηκε και το όνειρό της έγινε πραγματικότητα. Και την πλησιάζω μέσα στο πλήθος, πολύς κόσμος, την χαιρετάγανε όλοι!!.. «Συγχαρητήρια» της λέγανε και αυτά· της λέω: «Κυρία…», — ήμουν Δευτέρα Γυμνασίου — της λέω, «φαντάζομαι πόσο χαρούμενη θα είστε! ευτυχισμένη σήμερα! Άντε! αυτό που θέλατε, έγινε»! Και μου λέει: «… Δεν έχεις ακούσει ότι μέσα στο πλήθος μπορεί να νοιώσεις μοναξιά»; Εγώ τα έχασα! «Συγγνώμη, έτσι νιώθετε»; Μου λέει: «Για να στο λέω, έτσι θα είναι». Και εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος να την χαιρετήσει και έφυγα και δεν μου έδωσε μετά σημασία. Αλλά έχουν περάσει — πόσα;- είκοσι χρόνια κι ακόμα θυμάμαι την κουβέντα της: «Μέσα στον κόσμο μπορεί να νοιώθεις μοναξιά». Μέσα στο τραπέζι το εορταστικό μπορεί κάποιος να νοιώσει ένα κύμα θλίψης. Η ζωή αυτή έχει ζυμωθεί με την σχετικότητα. Το πιο ωραίο πράγμα έχει ζυμωθεί με τον πόνο, την πίκρα, με ένα κενό.
Κάτι βγαίνει πάντα για να μας θυμίζει ότι είμαστε στην γη, για να μας θυμίζει ότι είμαστε… χαμηλά. Ότι δεν είμαστε κοντά στο Θεό, ότι δεν είμαστε στην απόλυτη ευτυχία. Εκεί είναι: «ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, έν τόπω φωτεινώ, έν τόπω χλοερώ, έν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη καί στεναγμός»… τι είναι όλα αυτά; «ένθα απέδρα οδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εδώ υπάρχει στεναγμός. Σε λίγο θα έρθει ο στεναγμός. Θα γίνουν στοίβα τα πιάτα. Θα αρχίσει ο στεναγμός της μάνας που μαζεύει που, μετά, αρχίζει την τακτοποίηση του σπιτιού. Χαρά και λύπη μαζί στην ζωή αυτή. Λοιπόν, να το θυμάσαι αυτό· δεν είναι στενό το μοναστήρι, δεν είναι στενή η ατμόσφαιρα που ζεις και νομίζεις ότι στενοχωριέσαι. Είναι ο όλος κόσμος! Η γη μας είναι στενή. Και η απόλυτη ευτυχία δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο.
Έτσι λοιπόν και κάτι άλλο να ξέρεις. Ότι εσύ που είσαι σήμερα μόνος, μπορεί να διδάξεις και τους άλλους. Διδάσκεις. Διδάσκεις τώρα με την υπομονή σου. Διδάσκεις τους άλλους να είναι ταπεινοί, να είναι δυνατοί, να είναι και αυτοί ευγνώμονες με το τίποτα. Ξέρουν μερικοί ότι είσαι μόνος- το ξέρουν. Λες να μην προβληματίζονται; Μέσα τους τώρα ξέρεις τι λένε; «Για σκέψου αυτή η γυναίκα, για σκέψου αυτός ο άνθρωπος. Πώς αντέχει; Πώς αντέχει την θλίψη, τον πόνο του, την αναπηρία του, την παραλυσία του, το πένθος του, την αρρώστια του, την οποιαδήποτε στεναχώρια του. Που είναι μόνος του». Το σκέφτεται αυτό. Διδάσκεις και γίνεσαι ιεροκήρυκας, ιεραπόστολος. Διδάσκεις με το παράδειγμά σου, όταν αυτό το παράδειγμα το ζεις ταπεινά και το αποδέχεσαι, και δεν αντιδράς. Γιατί, αν αντιδράς, δεν διδάσκεις. Όταν όμως δεν αντιδράσεις, είναι πολύ ωραίο αυτό.
Και εν πόση περιπτώσει, δεν ξέρω του καθενός την αιτία. Αλλά ό,τι και να γίνεται, ταπεινώσου. Η λύση, λένε οι άγιοι, για κάθε στεναχώρια μας, για κάθε μοναξιά, για κάθε περιφρόνηση των ανθρώπων είναι η ταπείνωση. Δηλαδή, μάθε να θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο για τα μεγάλα δώρα. Πες μέσα σου: «Δεν πειράζει, Κύριε· είμαι ασήμαντος. Είμαι μικρός. Η ευτυχία, η χαρά που θέλω δεν είναι δικαίωμά μου, δεν το αξίζω». Δεν μπορεί να λέει κανείς: «Εγώ απαιτώ να είμαι ευτυχισμένος. Απαιτώ να με πάρουν τηλέφωνο. Είστε όλοι παλιάνθρωποι, είστε όλοι κακοί. Κανείς δεν με αγαπάει. Το απαιτώ». Δεν μπορείς να απαιτήσεις, δεν μπορείς να απαιτείς. Νοιώσε ανάξιος και πες μέσα σου ταπεινά — όχι μειονεκτικά, αλλά ταπεινά… «Κύριε, καλά μού κάνεις, καλά μού φέρεσαι! Έτσι μού αξίζει, έτσι μού αξίζει· να είμαι μόνος. Εντάξει, αν ήθελες Εσύ θα μου το έδινες· δεν μπορεί πεισματικά να απαιτήσω. Θα μου δώσεις Εσύ, όταν θέλεις, ό,τι θέλεις. Εγώ δεν μπορώ να απαιτώ. Εγώ μπορώ να επαιτώ! Άλλο επαιτεία, άλλο απαίτηση. Έτσι, δεν απαιτώ. Επαιτώ, ζητιανεύω». Λέω: «Κύριε, αν θέλεις. Δεν είναι δικαίωμά μου. Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. Δικαίωμά Σου είναι ό,τι θέλεις Εσύ να κάνεις». Δεν μπορώ να λέω: έχω δικαίωμα στην χαρά, δικαίωμα στην ευτυχία. Δεν είναι δικαίωμα. Είναι δώρο που, αν θέλει ο Θεός, το δίνει. Και απόδειξη, είναι αυτό που ζούμε σήμερα. Θέλησε ο Θεός σήμερα να ζεις έτσι, στην μοναξιά.
Το επιτρέπει ο Θεός, για κάτι καλό. Αν το δεις με ευγνωμοσύνη και με ταπείνωση, ξέρεις πόσο θα ωφεληθείς; Πάρα πολύ θα ωφεληθείς. Θα αγιάσεις σήμερα. Ένα φωτοστέφανο θα μπει στο κεφάλι σου να καθίσει. Ένα φωτοστέφανο! Θα λάμψεις! Ένας μοναχός, λέει, μια φορά, του βάλανε να φάει. Μάλλον βάλανε σε όλους να φάνε στο τραπέζι και σε αυτόν δεν είχανε βάλει πιάτο. Δεν είχανε βάλει πιάτο με φαγητό. Ξεχάσανε. Και αυτός λέει, δεν είπε τίποτα. Μέσα του ξέρεις τι είπε; λέει, το πρώτο κύμα ήτανε να απαιτήσει. Τι γίνεται εδώ πέρα… εγώ δεν θα φάω. Κάτσε… εγώ δεν δικαιούμαι να φάω; Θέλω και εγώ το φαγητό μου, φέρτε μου φαί. Λέει, άστο δεν θα πω τίποτα. Κύριε, τόσες μέρες που έτρωγα ήτανε δώρο. Αυτό τώρα το συνειδητοποιώ. Εσύ μου δίνεις το φαγητό. Εγώ δεν μπορώ να το απαιτήσω. Και ξέρεις τι θα κάνω; Θα κάνω την προσευχή μου: «Χριστέ, ευλόγησον τήν βρώσιν καί τήν πόσιν των δούλων σου»… Φάγανε όλοι. Αυτός καθότανε, περίμενε, ήπιε το νερό του, σηκώθηκε, ευχαριστήσανε και δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο να φάει. Δεν ζήτησε να φάει. Δεν το απαίτησε. Ταπεινώθηκε. Το βρήκε σαν αφορμή να ταπεινωθεί· να καταλάβει ότι στην ζωή δεν δικαιούμαστε, αλλά (ότι) όλα είναι δώρο. Και, αν ταπεινωθείς, θα χαριτωθείς. Αν ταπεινωθείς, δεν θα ζητάς. Και, αν δεν ζητάς, θα στα δώσει όλα Αυτός που ήρθε και είναι το Παν! Ο Χριστός είναι το Παν. Αν ταπεινωθείς, θα έρθει κοντά σου Αυτός που είναι το Παν. Και άμα έρθει το Παν, θα γεμίσει η ψυχή σου και μπορεί και το κορμί σου, χωρίς πολύ φαγητό, αλλά με πολλή χάρη, με πολλή αγάπη και πολλή αλήθεια από το Χριστό!
Και να σου πω και το άλλο. Τώρα που παρηγορηθήκαμε λίγο και βγάλαμε και τον πόνο μας και τα είπαμε της θλίψεως της δικής σας, ξεσπάσαμε. Είπαμε τον πόνο μας, ναι. Μου λέει ένα παιδί: «Η γιαγιά μου, όταν σας ακούει, πάτερ, κλαίει. Μία με δύο το μεσημέρι, κλαίει». «Κλαίει;» του λέω, «γιατίκλαίει; Εγώ δεν λέω κάτι για να κλαίει»… «Ε… λέει κάθεται και τα σκέφτεται αυτά που λέτε και νοιώθει μερικά». Λοιπόν, τώρα είπαμε μερικά δικά μας, ξεσπάσαμε. Των μοναχικών.
Τώρα θέλετε να κάνουμε το άλλο; να κάνουμε αντεπίθεση; Αντεπίθεση αγάπης! Οι μοναχικοί του κόσμου, οι μοναχικοί της Πειραϊκής Εκκλησίας, όσοι τώρα ακούτε το σταθμό και είστε μόνοι για οποιονδήποτε λόγο, ελάτε να ενωθούμε και να κάνουμε μια επίθεση αγάπης· αντεπίθεση. Και να πούμε: Σήμερα είναι Χριστούγεννα! σήμερα είναι τόσο ωραία μέρα, εσείς διασκεδάζετε, χαίρεστε· μπράβο σας! Με γεια σας, με χαρά σας! Δεν σας ζηλεύουμε, δεν σας αντιπαθούμε, δεν σας μισούμε, δεν σας φθονούμε. Θα κάνουμε, όμως, και εμείς επισκέψεις. Οι μοναχικοί — ναι, και εσύ ο παράλυτος, και εσύ ο μοναχός, η μοναχή, αυτοί που ακούτε, και ας είστε στο κελάκι σας, και ας είστε στο νοσοκομείο άρρωστοι — θα κάνουμε και εμείς επίσκεψη!.. Πώς; θα κάνουμε επίσκεψη με την προσευχή μας, με την αγάπη μας. Όταν αγαπάς και προσεύχεσαι για τους άλλους, και ας είσαι κρυμμένος σε μια σπηλιά της γης, γεμίζει η ατμόσφαιρα με κύματα· από κύματα χάρης, από κύματα θεϊκού ελέους. Είναι κάτι που ταξιδεύει αυτό, και μπορεί να φτάσει παντού. Μπορεί τώρα να είσαι εδώ, εκεί που είσαι, στην Αθήνα, στην Πάτρα, στο Αίγιο, στην Καλαμάτα, όπου πιάνει η Πειραϊκή Εκκλησία. Τώρα με παίρνουνε τηλέφωνο και μου λένε: ακούμε, λέει, από το ίντερνετ Πειραϊκή Εκκλησία και χαιρόμαστε. Με πήρε από τις Βρυξέλες, την Γαλλία, από την Αμερική. Σας ακούμε! Λοιπόν, αν η Πειραϊκή Εκκλησία μπορεί να φτάσει τόσο μακριά — που είναι ένα ανθρώπινο τεχνικό μέσο — πόσο μάλλον η προσευχή! Μπορείς να κάνεις τώρα προσευχή και να στείλειςένα κύμα, έναν ωκεανό αγάπης, στην Αμερική, στην Γερμανία στην Αυστραλία στον Βόρειο Πόλο, στην Ιεραποστολή, στη Βόρειο Ήπειρο που είναι Ιεραπόστολοι, όπου θέλεις!.. Λοιπόν, ελάτε να μαζευτούμε και να στείλουμε μεγάλα κύματα. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να κάνουμε εμείς προσευχή. Να κάνουμε εμείς επισκέψεις. Τα μοναχικά άτομα, εσείς που είστε τώρα μόνοι, να κάνετε επισκέψεις. Λοιπόν, κάνετε μια επίσκεψη, αν θέλετε στα γηροκομεία. Αντε λίγο στα γηροκομεία, στους θαλάμους, και να! Και εσύ ακούς τώρα και είσαι σε γηροκομείο. Κάνε και εσύ την επίσκεψή σου· πού; Στους διπλανούς θαλάμους, στον άλλο όροφο, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι. Κάθεσαι μόνος σου, κοιτάς φωτογραφίες των παιδιών σου, στενοχωριέσαι, κλαις. Λες, είμαι μόνος. Έλα! δεν είσαι μόνος! Είναι και άλλοι! Σκέψου και τους άλλους, και αυτοί έχουνε προβλήματα. Κι αυτοί είναι μόνοι. Και αυτοί δεν έχουνε παρέα. Σκέψου τον πόνο τους. Δεν είσαι ο μόνος που πονά και ματώνει η καρδιά σου. Είναι και άλλοι πολλοί. Κάνε μια επίσκεψη οπουδήποτε υπάρχουν μοναχικά άτομα στον πλανήτη, που δεν έχουνε κανέναν. Που δεν έχουνε κανέναν, ε; Εσύ έχεις και κάποιον.