Выбрать главу

Θυμάμαι, μια φορά πήγα (να κάνω) μια ομιλία και είχαν κάνει λάθος και δεν είχαν ειδοποιήσει τον κόσμο· δεν τον είχαν καλέσει. Είχαν οργανωθεί εκεί οι υπεύθυνοι, δεν είχαν πει στον κόσμο τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Εγώ πήγαινα στο δρόμο και χαιρόμουν. Και δε ξέρω αν χαιρόμουν γιατί θα μιλήσω για το Χριστό ή αν χαιρόμουν επειδή πάω να κάνω μια ομιλία. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα αυτά. Δε ξέρω αν με καταλαβαίνεις… Εσύ, Βασίλη, που κάνεις εκδηλώσεις συναυλίες και τραγουδάς, και τα λοιπά, και ψάλλεις θα καταλαβαίνεις τι εννοώ. Άλλο να πηγαίνεις για τη δόξα του Θεού μόνο, και άλλο να πηγαίνεις, γιατί και εσύ ευχαριστιέσαι μ' αυτό που κάνεις. Πάω, λοιπόν, να πω την ομιλία. Πάω στο χώρο το συγκεκριμένο· και δεν ήταν κανένας! Λέω, «θα έρθουν». Και εμφανίζεται κάποιος ιερέας και μου λέει: «Πάτερ, δεν έχει έρθει κανείς. Με συγχωρείς, γιατί δεν ειδοποιήσαμε κανέναν». Εκείνη την ώρα εγώ έπεσα από τα σύννεφα… και λέω (μέσα μου): «Ε, δεν είμαστε καλά· και τώρα τι γίνεται εδώ; Ήρθα τόσο δρόμο, να κάνω ομιλία και δεν είναι κανείς»; Μέσα μου τα έλεγα. Εξωτερικό χαμογελούσα και έλεγα: «Ε, δεν πειράζει τι να κάνουμε. Λάθος θα έγινε». Ενοχλήθηκα… Ενώ, αν αγαπούσα πραγματικά το Θεό, και μόνο Αυτόν, θα έπρεπε να πω: «Κύριε, έτσι θέλησες και έτσι έγινε». Και να πω και το άλλο, το πιο αληθινό, ότι ο Θεός αυτούς τους ανθρώπους θέλησε να τους προστατεύσει από τα δικά μου λόγια που είναι γεμάτα εγωισμό και φιλαυτία και αυτοπροβολή· και ο Θεός θέλησε να μην ακούσουν ένα τέτοιο λόγο μολυσμένο. Καλύτερα να έχεις το απόγευμά σου ήσυχο, παρά να ακούς κηρύγματα τα οποία βγαίνουν από έναν ομιλητή ο οποίος δεν είναι ταπεινός. Έτσι έπρεπε να πω για μένα, όχι για σένα. Εγώ μιλάω για μένα, για το δικό μου λόγο. Αυτή είναι η αλήθεια στην πραγματικότητα, αλλά δεν το σκέφτηκα έτσι. Με δίδαξε, λοιπόν, αυτός ο μοναχός, ο οποίος ακύρωσε τις επιθυμίες του.

Με δίδαξαν και οι άλλοι μοναχοί. Ταπεινοί. Υπάρχει πολλή ταπείνωση στο Άγιο Όρος, αγαπητέ μου, στο λέω αλήθεια. Υπάρχει πολλή ταπείνωση στο Αγιο Όρος. Εγώ ώρες-ώρες σκέφτομαι τους πατέρες στο Άγιο Όρος και συγκινούμαι πάρα πολύ μόνο που υπάρχουν αυτές οι φιγούρες, τυλιγμένες στο μαύρο που δε ξέρεις καλά καλά ποιος είναι. Βλέπεις μια φιγούρα μαύρη εκεί πέρα να περνάει δίπλα σου και δε ξέρεις ποιος είναι. Και δεν τον ενδιαφέρει να ξέρεις ποιος είναι. Είναι κάποιος που αγαπά το Χριστό· τίποτα άλλο. Είναι κάποιος που σε στέλνει (στο Χριστό) και σου δείχνει το Χριστό. Τίποτα άλλο. Τι σε νοιάζει ποιος είναι; Πώς με λένε, από πού είμαι, πόσο χρονών είμαι, τι σπούδασα… Μη σε ενδιαφέρει τίποτα από όλα αυτά. Εγώ ζω για το Χριστό! Αν θέλεις να ξέρεις κάτι για μένα, ένα να ξέρεις: ότι προσεύχομαι… Λέει ένας μοναχός: «Αν θέλεις να ξέρεις κάτι για μένα, ένα να ξέρεις: αν τώρα ανοίξεις την καρδιά μου, είναι χαραγμένο με χρυσά γράμματα το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού! Αυτό να το ξέρεις! Αυτό ας το ξέρεις. Τίποτα άλλο δε θέλω να ξέρεις για μένα. Τίποτα άλλο». Αυτό εμένα με διδάσκει πάρα πολύ! Με συγκινεί! Μορφές ταπεινές, πρόσωπα ευλογημένα, χαριτωμένα, άγια, όμορφα· όπως τα θέλει ο Θεός!..

Και εκεί, σ' ένα τραπέζι που τρώγαμε κοίταζα απέναντι. Ήταν ένα άλλο τραπέζι, με κάποιους λαϊκούς εργάτες. Κάποιους εκεί που βοηθούσαν. Και είδα κάποιον που φόραγε ένα σκουφάκι, αυτό που φοράνε τα νέα παιδιά που κάνουν σκι στα βουνά. Φόραγε ένα σκουφάκι και με κοιτούσε. Λέω τώρα, έτσι όπως φόραγε το σκουφάκι του, δε φαινόταν καθαρά τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Γιατί, όταν βάζεις ένα σκούφο, ένα καπέλο, ας πούμε, αλλάζει η μορφή του προσώπου σου. Δεν κατάλαβα ποιος είναι. Με κοιτούσε.

Πριν καιρό είχα δει μια Κυριακή, πριν από πολλούς μήνες, περίπου έξι μήνες, είχα δει σε μια εκκλησία μια μητέρα· γνωστή μου. Λέω: «Τι κάνει ο γιος σας; Έχω καιρό, χρόνια να τον δω». Και που της λέω έτσι, βάζει τα κλάματα αυτή η μητέρα. Μου λέει: «Δεν τα μάθατε». Λέω, «Τι να μάθω»; «Ο γιος μου έχει μπλέξε». «Πού έχει μπλέξει»; «Έχει μπλέξει με τα ναρκωτικά». «Τι λέτε», της λέω, «σοβαρολογείτε»;… Το παιδί αυτό το ήξερα. Το πρόσωπο του ήταν ένα σωστό αγγελάκι, ένα ευλογημένο παιδί, ένα χαρούμενο πλάσμα, ένα αγνό πρόσωπο. «Αφήστε», λέει, «πάτερ, ζούμε ένα δράμα. Έχει μπλέξει». Και άρχισε να κλαίει… Συγκλονίστηκα και εγώ που το άκουσα. Μετά τη Λειτουργία περίμενα να πω ένα «γεια», για να φύγω. Λοιπόν, εκείνη την ώρα με καθήλωσε αυτή η κουβέντα. Της λέω: «πού μπορώ να τον βρω; Θέλω να τον πάρω τηλέφωνο». «Δεν μπορείτε να τον βρείτε», λέει. «Πέστε μου», της λέω, «πού είναι να πάω». «Πού είναι πάτερ μου! Στην Ομόνοια!!», μου λέει, «γυρίζει, εκεί θα τον βρείτε, αν τον βρείτε». «Θα μου μιλήσει»; «Δεν ξέρω», λέει, «άμα σας καταλάβει. Άμα μπορέσει. Άμα είναι το μυαλό του καθαρό».

Και σηκώθηκα και πήγα. Έψαχνα εκεί στην Ομόνοια· γιατί έχω δει και άλλα τέτοια πρόσωπα, ναρκομανείς που πέφτουν κάτω στα πεζοδρόμια, παίρνουν τη δόση τους, τους πιάνει εκεί πόσες ώρες, κάθονται καθηλωμένοι και λοιπά. Πήγα εκεί πέρα, κοίταζα από εδώ και από εκεί, πέρναγα διακριτικά από το ένα στενό, από το άλλο, δε το βρήκα το πρόσωπο που έψαχνα. Κι έλεγα, τι θα γίνει τώρα; Και έλεγα: «Θεέ μου, ελέησε το παιδάκι αυτό», πώς έγινε, παιδί μου, αυτό; Ένα καλό παιδί να μπλέκει· πώς παρασύρθηκε; Και προσευχόμουν γι' αυτό το παιδί.

Α, και τώρα στο Αγιο Όρος, λοιπόν, εκεί που έτρωγα στην τράπεζα της Μονής και κοίταζα απέναντι που σας λέω τα άτομα, με κοίταζε κάποιο πρόσωπο. Και όπως πήγα να βγω μετά από την τράπεζα, πέρασε και αυτός μπροστά μου. Δεν κατάλαβε και αυτός ποιος ακριβώς ήμουν κι εγώ, αλλά, όταν αυτός που με κοίταζε με πλησίασε, εγώ κατάλαβα ποιος ήταν. Ήταν αυτός! Αυτό το παιδί που είχα να το δω έξι-επτά χρόνια και εν τω μεταξύ είχε μπλέξει. Και τρελάθηκα!.. Τον βλέπω και τον σταματάω! Και του λέω: «Εσύ είσαι»; Μου λέει: «Πάτερ!» Και με φιλάει. Και με φίλησε, όπως θα φίλαγε τον πατέρα του. Στα μάγουλα κανονικά, όχι σαν παπά με ευλάβεια. Γιατί τα παιδιά αυτά, πώς να το πω, τους λείπει η στοργή, η αγάπη, η ζεστασιά. Όχι ότι δεν την είχε το παιδί αυτό στην οικογένειά του, αλλά πάντα τους λείπει· και ειδικά τώρα που είναι πονεμένα. Και μου πιάνει το χέρι και δε μου το άφηνε. Και το χέρι του έτρεμε, έτρεμε από… δε ξέρω, (αυτοί οι άνθρωποι, τρέμει κάπως το νευρικό τους σύστημα). Είχε μια ευαισθησία και το χέρι του έτρεμε σαν ένας μεγάλος παππούς. Έτρεμε το χέρι του, το ένοιωθα στο χέρι μου, στην παλάμη μου και δε με άφηνε. Του λέω: «Τι κάνεις, βρε παιδί μου»; «Δεν τα μάθατε», μου λέει; «Τα έμαθα», του λέω, «και χαίρομαι πάρα πολύ (που σε βλέπω). Τι ήρθες εδώ να κάνεις»; Λέει: «Ήρθα εδώ πέρα και προσπαθώ να βοηθηθώ από την Παναγία. Κάνω προσευχή, πάω στις ακολουθίες, βοηθάω λίγο εδώ πέρα στις δουλειές· να αποτοξινωθώ, να ηρεμήσω να το ξεπεράσω. Πάω και κάτω λίγο, καμιά φορά, και πάλι μπλέκω. Ξαναγυρί-ζω, πέφτω, σηκώνομαι». Και του λέω: «να σου πω» του λέω, «ξέρεις κάτι; Ο θεός, η Παναγία μας, δε θα σε αφήσουν. Έχεις κι εσύ ένα δρόμο στη ζωή σου. Δε ξέρει κανείς το τέλος του δρόμου σου. Μην απογοητεύεσαι. Μην απελπιστείς· κάνε ό,τι μπορείς· και πολύ χάρηκα που σε είδα εδώ» του λέω. «Σ' έψαχνα», του λέω, «ξέρεις πού»; «Στην Ομόνοια σε έψαχνα να σε βρω. Και τώρα χάρηκα που είσαι στην αγκαλιά της Παναγίας μας, εδώ στο Περιβόλι της!». Και συγκινήθηκε και μου λέει: «Τι ώρα φεύγει το καράβι σου»; Του λέω: «Φεύγει τώρα, δέκα και είκοσι». «Να σε δω, θα έρθω να σε βρω».