35 «Ας είναι η μέση σας περιζωσμένη και οι λύχνοι σας να καίνε. 36 Και εσείς να είστε όμοιοι με ανθρώπους που περιμένουν το δικό τους κύριο πότε αυτός θα γυρίσει από τους γάμους, ώστε, όταν έρθει και κρούσει, αμέσως να του ανοίξουν. 37 Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους, όταν έρθει ο κύριος, θα τους βρει να αγρυπνούν. Αλήθεια σας λέω ότι θα περιζωστεί την ποδιά του και θα τους καθίσει στο τραπέζι και, αφού έρθει κοντά τους, θα τους διακονήσει. 38 Κι αν στη δεύτερη κι αν στην τρίτη φρουρά της νύχτας έρθει και τους βρει έτσι, εκείνοι είναι μακάριοι. 39 Και ας γνωρίζετε αυτό: ότι αν ήξερε ο οικοδεσπότης ποια ώρα έρχεται ο κλέφτης, δε θα άφηνε να διαρρήξουν τον οίκο του. 40 Κι εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί την ώρα που δε νομίζετε έρχεται ο Υιός του ανθρώπου». 41 Είπε τότε ο Πέτρος: «Κύριε, προς εμάς λες αυτήν την παραβολή ή και προς όλους;» 42 Και είπε ο Κύριος: «Ποιος άραγε είναι ο πιστός οικονόμος, ο φρόνιμος, τον οποίο θα καταστήσει ο κύριος επιστάτη πάνω στο υπηρετικό προσωπικό του, για να τους δίνει στον κατάλληλο καιρό το καθορισμένο ποσό της τροφής τους; 43 Μακάριος ο δούλος εκείνος που ο κύριός του θα τον βρει να κάνει έτσι, όταν έρθει. 44 Αλήθεια σας λέω ότι θα τον καταστήσει επιστάτη πάνω σε όλα τα υπάρχοντά του. 45 Αν όμως ο δούλος εκείνος πει μέσα στην καρδιά του: “Αργεί να έρχεται ο κύριός μου”, και αρχίσει να χτυπά τους δούλους και τις δούλες, και να τρώει και να πίνει και να μεθάει, 46 θα έρθει ο κύριος του δούλου εκείνου την ημέρα που δεν προσδοκά και την ώρα που δε γνωρίζει, και θα τον κόψει στα δύο και το μερίδιό του θα το θέσει μαζί με τους άπιστους. 47 Εκείνος ο δούλος, λοιπόν, που γνώρισε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοίμασε ή δεν έκανε σύμφωνα με το θέλημά του θα δαρθεί με πολλά χτυπήματα. 48 Όποιος όμως δεν το γνώρισε, αλλά έκανε άξια χτυπημάτων, θα δαρθεί με λίγα. Και σε καθέναν που δόθηκε πολύ, πολύ θα ζητηθεί από αυτόν, και σ’ όποιον παράθεσαν πολύ, περισσότερο θα του ζητήσουν».
49 «Φωτιά ήρθα να ρίξω πάνω στη γη, και πώς θέλω ήδη να είχε ανάψει! 50 Και βάφτισμα έχω να βαφτιστώ, και πώς πιέζομαι ωσότου τελεστεί! 51 Νομίζετε ότι παρουσιάστηκα, για να δώσω ειρήνη στη γη; Όχι, σας λέω, αλλά μάλλον χωρισμό. 52 Γιατί πέντε θα είναι χωρισμένοι από τώρα μέσα σ’ έναν οίκο, τρεις εναντίον δύο, και δύο εναντίον τριών: 53 Θα χωριστούν πατέρας ενάντια σε γιο και γιος ενάντια σε πατέρα, μητέρα ενάντια στη θυγατέρα και θυγατέρα ενάντια στη μητέρα, πεθερά ενάντια στη νύφη της και νύφη ενάντια στην πεθερά».
54 Έλεγε τότε και στα πλήθη: «Όταν δείτε τη νεφέλη να ανεβαίνει από τα δυτικά, αμέσως λέτε ότι έρχεται βροχή, και γίνεται έτσι. 55 Και όταν πνέει νοτιάς, λέτε ότι θα είναι καύσωνας, και γίνεται. 56 Υποκριτές, την όψη της γης και του ουρανού ξέρετε να δοκιμάζετε και να κρίνετε, τον καιρό όμως τούτο πώς δεν ξέρετε να δοκιμάζετε και να κρίνετε;»
57 «Γιατί λοιπόν και από μόνοι σας δεν κρίνετε το δίκαιο; 58 Γιατί καθώς πηγαίνεις στον άρχοντα μαζί με τον αντίδικό σου, προσπάθησε να απαλλαχτείς από αυτόν ενώ είσαι στο δρόμο, μην τυχόν σε σύρει βίαια προς τον κριτή, και ο κριτής σε παραδώσει στον εισπράκτορα, και ο δεσμοφύλακας σε ρίξει στη φυλακή. 59 Σου λέω, δε θα εξέλθεις από εκεί, ωσότου αποδώσεις και το τελευταίο λεπτό».
Κεφάλαιον 13
1 Παρουσιάστηκαν τότε μερικοί κατ’ αυτόν τον καιρό, αναγγέλλοντάς του για τους Γαλιλαίους των οποίων το αίμα ο Πιλάτος ανάμειξε μαζί με τις θυσίες τους. 2 Και εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Νομίζετε ότι αυτοί οι Γαλιλαίοι έγιναν αμαρτωλοί περισσότερο από όλους τους Γαλιλαίους, επειδή έχουν πάθει αυτά; 3 Όχι, σας λέω, αλλά αν δε μετανοείτε, όλοι όμοια θα χαθείτε. 4 Ή εκείνοι οι δεκαοχτώ, πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, νομίζετε ότι αυτοί έγιναν οφειλέτες από αμαρτίες περισσότερο από όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ; 5 Όχι, σας λέω, αλλά αν δε μετανοείτε, όλοι παρόμοια θα χαθείτε».
6 Έλεγε μάλιστα αυτήν την παραβολή: «Κάποιος είχε φυτεμένη μια συκιά στον αμπελώνα του, και ήρθε ζητώντας καρπό σ’ αυτήν, αλλά δε βρήκε. 7 Είπε τότε προς τον αμπελουργό: “Ιδού, τρία έτη είναι αφότου έρχομαι, ζητώντας καρπό από αυτήν τη συκιά, και δε βρίσκω. Κόψε την εντελώς, λοιπόν· γιατί και τη γη να αχρηστεύει”; 8 Εκείνος αποκρίθηκε και του λέει: “Κύριε, άφησέ την και τούτο το έτος, ωσότου σκάψω γύρω της και βάλω κοπριά, 9 κι αν βέβαια κάνει καρπό στο μέλλον, καλώς· ειδεμή, βεβαίως, να την κόψεις εντελώς”».
10 Και δίδασκε συνεχώς σε μια από τις συναγωγές το Σάββατο. 11 Και ιδού μια γυναίκα που είχε πνεύμα ασθένειας για δεκαοχτώ έτη και ήταν σκυμμένη και δεν μπορούσε να σηκωθεί καθόλου. 12 Όταν την είδε λοιπόν ο Ιησούς, φώναξε προς αυτήν και της είπε: «Γυναίκα, έχεις ελευθερωθεί από την ασθένειά σου» 13 – και επέθεσε σ’ αυτήν τα χέρια. Και αμέσως ανορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. 14 Αποκρίθηκε τότε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτώντας επειδή το Σάββατο θεράπευσε ο Ιησούς, και έλεγε στο πλήθος: «Έξι ημέρες είναι κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Σ’ αυτές λοιπόν να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι την ημέρα του Σαββάτου». 15 Του αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και είπε: «Υποκριτές, καθένας σας το Σάββατο δε λύνει το βόδι του ή τον όνο από τη φάτνη και δεν το οδηγεί και το ποτίζει; 16 Και αυτή που είναι θυγατέρα του Αβραάμ, την οποία έδεσε ο Σατανάς, ιδού, δεκαοχτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθεί από τούτο το δεσμό την ημέρα του Σαββάτου;» 17 Και όταν αυτός έλεγε αυτά, καταντροπιάζονταν όλοι οι αντίθετοί του, και όλο το πλήθος έχαιρε για όλα τα ένδοξα που γίνονταν από αυτόν.
18 Έλεγε λοιπόν: «Με τι είναι όμοια η βασιλεία του Θεού και με τι να την παρομοιάσω; 19 Είναι όμοια με κόκκο σιναπιού, που έλαβε ένας άνθρωπος και τον έριξε στον κήπο του, και αυξήθηκε και έγινε δέντρο, και τα πετεινά του ουρανού φώλιασαν μέσα στα κλαδιά του». 20 Και πάλι είπε: «Με τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού; 21 Είναι όμοια με προζύμι, που έλαβε μια γυναίκα και το έκρυψε μέσα σε είκοσι πέντε κιλά αλεύρι, ωσότου ζυμώθηκε όλο».
22 Και πορευόταν διαμέσου πόλεων και χωριών, διδάσκοντας και κάνοντας πορεία προς τα Ιεροσόλυμα. 23 Του είπε τότε κάποιος: «Κύριε, είναι άραγε λίγοι αυτοί που σώζονται;» Εκείνος είπε προς αυτούς: 24 «Αγωνίζεστε να εισέλθετε από τη στενή θύρα, γιατί πολλοί, σας λέω, θα ζητήσουν να εισέλθουν και δε θα μπορέσουν. 25 Αφότου εγερθεί ο οικοδεσπότης και κλείσει τη θύρα και αρχίσετε να στέκεστε έξω και να κρούετε τη θύρα, λέγοντας: “Κύριε, άνοιξέ μας”, τότε θα αποκριθεί και θα σας πει: “Δεν ξέρω εσάς από πού είστε”. 26 Τότε θα αρχίσετε να λέτε: “Φάγαμε μπροστά σου και ήπιαμε και δίδαξες στις πλατείες μας”. 27 Αλλά θα πει, λέγοντάς σας: “Δεν ξέρω εσάς από πού είστε· σταθείτε μακριά από εμένα όλοι οι εργάτες της αδικίας”. 28 Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών, όταν δείτε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και όλους τους προφήτες μέσα στη βασιλεία του Θεού, ενώ εσάς να σας βγάζουν έξω. 29 Και θα έρθουν από ανατολικά και δυτικά και από βορρά και νότο και θα καθίσουν, για να φάνε μέσα στη βασιλεία του Θεού. 30 Και ιδού, είναι τελευταίοι που θα είναι πρώτοι, και είναι πρώτοι που θα είναι τελευταίοι».