Выбрать главу
Θρήνος για την Ιερουσαλήμ
(Μτ. 23:37-39)

31 Αυτήν την ώρα πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι, λέγοντάς του: «Βγες και πήγαινε μακριά από εδώ, γιατί ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει». 32 Και είπε σ’ αυτούς: «Πηγαίνετε και πείτε σ’ αυτήν την αλεπού: “Ιδού, βγάζω δαιμόνια και αποπερατώνω γιατρειές σήμερα και αύριο, και την τρίτη ημέρα τελειώνω”. 33 Όμως εγώ πρέπει να πορεύομαι σήμερα και αύριο και την επόμενη ημέρα, γιατί δεν είναι ενδεχόμενο να σκοτωθεί προφήτης έξω από την Ιερουσαλήμ. 34 Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ που σκοτώνει τους προφήτες και λιθοβολεί τους απεσταλμένους προς αυτήν – πόσες φορές θέλησα να συνάξω στο ίδιο μέρος τα τέκνα σου με τον τρόπο που η όρνιθα συνάζει τους δικούς της νεοσσούς κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν το θελήσατε. 35 Ιδού, αφήνεται σ’ εσάς ο οίκος σας έρημος. Και σας λέω, δε θα με δείτε, ωσότου θα έχει έρθει η ώρα που θα πείτε: Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου».

Κεφάλαιον 14

Η θεραπεία του υδρωπικού

1 Και όταν αυτός ήρθε στον οίκο κάποιου από τους άρχοντες των Φαρισαίων το Σάββατο, για να φάει άρτο, τότε αυτοί τον παρατηρούσαν συνεχώς. 2 Και ιδού, κάποιος άνθρωπος ήταν υδρωπικός μπροστά του. 3 Και έλαβε το λόγο ο Ιησούς και είπε προς τους νομικούς και τους Φαρισαίους: «Επιτρέπεται το Σάββατο να θεραπεύσει κανείς ή όχι;» 4 Εκείνοι σώπασαν. Και τότε, αφού τον έπιασε, τον γιάτρεψε και τον άφησε να φύγει. 5 Και είπε προς αυτούς: «Ποιανού από εσάς ο γιος ή το βόδι θα πέσει σε πηγάδι, και αμέσως δε θα τον ανασύρει την ημέρα του Σαββάτου;» 6 Και δεν μπόρεσαν να αποκριθούν ενάντια προς αυτά.

Μαθήματα στον οικοδεσπότη και στους καλεσμένους

7 Έλεγε μάλιστα προς τους καλεσμένους μια παραβολή, επειδή πρόσεχε πώς διάλεγαν τα πρώτα καθίσματα, λέγοντας προς αυτούς: 8 «Όταν κληθείς από κάποιον σε γάμους, μην καθίσεις στο πρώτο κάθισμα, μην τυχόν είναι καλεσμένος από αυτόν κάποιος πιο επίσημος από εσένα, 9 και έρθει αυτός που κάλεσε εσένα και αυτόν και σου πει: “Δώσε θέση σε τούτον”. Και τότε θα αρχίσεις να κατέχεις με ντροπή την τελευταία θέση. 10 Αλλά όταν κληθείς, πήγαινε και ξάπλωσε στην τελευταία θέση, ώστε, όταν έρθει αυτός που σε έχει καλέσει, να σου πει: “Φίλε, ανέβα παραπάνω”. Τότε θα δοξαστείς μπροστά σε όλους αυτούς που είναι ξαπλωμένοι, για να φάνε μαζί σου. 11 Γιατί καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». 12 Έλεγε ακόμα και σ’ αυτόν που τον είχε καλέσει: «Όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο, μη φωνάζεις τους φίλους σου μήτε τους αδελφούς σου μήτε τους συγγενείς σου μήτε πλούσιους γείτονες, μην τυχόν και αυτοί σε καλέσουν αντίστοιχα και σου γίνει ανταπόδοση. 13 Αλλά όταν κάνεις υποδοχή, να καλείς φτωχούς, ανάπηρους, χωλούς, τυφλούς. 14 Και θα είσαι μακάριος, επειδή δεν έχουν να σου ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί κατά την ανάσταση των δικαίων».

Η παραβολή του μεγάλου δείπνου
(Μτ. 22:1-10)

15 Όταν, λοιπόν, κάποιος από αυτούς που ήταν ξαπλωμένοι μαζί του για να φάνε άκουσε αυτά, του είπε: «Μακάριος όποιος φάει άρτο μέσα στη βασιλεία του Θεού». 16 Εκείνος του είπε: «Κάποιος άνθρωπος έκανε μεγάλο δείπνο, και κάλεσε πολλούς 17 και απέστειλε το δούλο του την ώρα του δείπνου να πει στους καλεσμένους: “Ελάτε, γιατί ήδη είναι [όλα] έτοιμα”. 18 Και άρχισαν με μια γνώμη όλοι να παραιτούνται από την πρόσκληση με δικαιολογίες. Ο πρώτος τού είπε: “Αγόρασα έναν αγρό και έχω ανάγκη να εξέλθω να τον δω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο που θ’ απουσιάσω”. 19 Και άλλος είπε: “Αγόρασα πέντε ζεύγη βοδιών και πηγαίνω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο που θ’ απουσιάσω”. 20 Και άλλος είπε: “Γυναίκα νυμφεύτηκα και γι’ αυτό δε δύναμαι να έρθω”. 21 Και παρουσιάστηκε ο δούλος και ανάγγειλε αυτά στον κύριό του. Τότε οργίστηκε ο οικοδεσπότης και είπε στο δούλο του: “Έξελθε γρήγορα στις πλατείες και στα δρομάκια της πόλης και εισάγαγε εδώ τους φτωχούς και τους ανάπηρους και τους τυφλούς και τους χωλούς”. 22 Και είπε ο δούλος: “Κύριε, έχει γίνει αυτό που διέταξες, και ακόμα υπάρχει τόπος αδειανός”. 23 Και ο Κύριος είπε προς το δούλο: “Έξελθε στις οδούς και στους φράχτες και ανάγκασέ τους να εισέλθουν, για να γεμίσει ο οίκος μου. 24 Γιατί σας λέω ότι κανείς από εκείνους τους άντρες που ήταν καλεσμένοι δε θα γευτεί το δείπνο μου”».

Το κόστος της μαθητείας
(Μτ. 10:37-38)

25 Πορεύονταν μαζί του λοιπόν πλήθη πολλά και, αφού στράφηκε, είπε προς αυτούς: 26 «Αν κάποιος έρχεται προς εμένα και δε μισεί το δικό του τον πατέρα και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα παιδιά και τους αδελφούς και τις αδελφές και ακόμα και τη δική του την ψυχή, δεν δύναται να είναι μαθητής μου. 27 Όποιος δε βαστάζει το δικό του το σταυρό και έρχεται πίσω μου δεν δύναται να είναι μαθητής μου. 28 Γιατί, ποιος από εσάς, όταν θέλει να οικοδομήσει έναν πύργο, αφού καθίσει, δε λογαριάζει πρώτα τη δαπάνη, για να δει αν έχει χρήματα για την αποτελείωση του έργου; 29 Μην τυχόν συμβεί, αν αυτός θέσει θεμέλιο και αν δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο, όλοι όσοι τον βλέπουν να αρχίσουν να τον εμπαίζουν, 30 λέγοντας ότι αυτός ο άνθρωπος άρχισε να οικοδομεί και δεν μπόρεσε να το εκτελέσει. 31 Ή ποιος βασιλιάς, όταν πορεύεται, για να συγκρουστεί σε πόλεμο με άλλο βασιλιά, αφού καθίσει, δε θα σκεφτεί πρώτα αν είναι αρκετά δυνατός με δέκα χιλιάδες στρατιώτες να αντιμετωπίσει αυτόν που έρχεται με είκοσι χιλιάδες εναντίον του; 32 Ειδεμή, βέβαια, ενώ αυτός είναι ακόμα μακριά, αφού αποστείλει πρεσβεία, ρωτά τους όρους προς ειρήνη. 33 Έτσι, λοιπόν, καθένας από εσάς που δεν απαρνιέται όλα τα δικά του υπάρχοντα δε δύναται να είναι μαθητής μου».

Άνοστο αλάτι
(Μτ. 5:13, Μκ. 9:50)

34 «Καλό λοιπόν είναι το αλάτι· αν όμως και το αλάτι αλλοιωθεί, με τι θα αρτυστεί; 35 Ούτε για τη γη ούτε για την κοπριά είναι κατάλληλο, έξω το πετούν. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».

Κεφάλαιον 15

Η παραβολή του χαμένου προβάτου
(Μτ. 18:12-14)

1 Τον πλησίαζαν λοιπόν συνεχώς όλοι οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, για να τον ακούνε. 2 Και οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς γόγγυζαν πολύ, λέγοντας ότι αυτός δέχεται κοντά του αμαρτωλούς και τρώει μαζί τους. 3 Είπε τότε προς αυτούς αυτήν την παραβολή: 4 «Ποιος άνθρωπος από εσάς, που αν έχει εκατό πρόβατα και χάσει ένα από αυτά, δεν εγκαταλείπει τα ενενήντα εννιά στην έρημο και δεν πηγαίνει προς το χαμένο, ωσότου να το βρει; 5 Και όταν το βρει, το θέτει πάνω στους ώμους του χαίροντας 6 και, αφού έρθει στον οίκο του, συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονες, λέγοντάς τους: “Συγχαρείτε με, γιατί βρήκα το πρόβατό μου το χαμένο”. 7 Σας λέω ότι έτσι θα γίνει χαρά στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί παρά για ενενήντα εννιά δίκαιους οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη μετάνοιας».

Η παραβολή της χαμένης δραχμής

8 «Ή ποια γυναίκα που έχει δέκα δραχμές, αν χάσει μία δραχμή, δεν ανάβει λύχνο και δε σαρώνει την οικία της και δεν τη ζητά επιμελώς, ωσότου να τη βρει; 9 Και όταν τη βρει, συγκαλεί τις φίλες και τις γειτόνισσες, λέγοντας: “Συγχαρείτε με, γιατί βρήκα τη δραχμή που έχασα”. 10 Έτσι, σας λέω, γίνεται χαρά μπροστά στους αγγέλους του Θεού για έναν αμαρτωλό που μετανοεί».