9 Άρχισε λοιπόν να λέει προς το λαό αυτήν την παραβολή: «Κάποιος άνθρωπος φύτεψε αμπελώνα και τον νοίκιασε σε γεωργούς και αποδήμησε για αρκετά χρόνια. 10 Και στον κατάλληλο καιρό απέστειλε προς τους γεωργούς ένα δούλο, για να του δώσουν μέρος από τον καρπό του αμπελώνα. Οι γεωργοί όμως τον ξαπόστειλαν με άδεια χέρια, αφού τον έδειραν. 11 Και πάλι έστειλε άλλο δούλο. Αυτοί, κι εκείνον, αφού τον έδειραν και τον ατίμασαν, τον ξαπόστειλαν με άδεια χέρια. 12 Και πάλι έστειλε τρίτο. Αυτοί, και τούτον, αφού τον τραυμάτισαν, τον πέταξαν έξω. 13 Είπε τότε ο κύριος του αμπελώνα: “Τι να κάνω; Θα στείλω το γιο μου τον αγαπητό· ίσως αυτόν ντραπούν”. 14 Όταν είδαν όμως αυτόν οι γεωργοί, διαλογίζονταν ο ένας με τον άλλο, λέγοντας: “Αυτός είναι ο κληρονόμος· να τον σκοτώσουμε, για να γίνει δική μας η κληρονομιά”. 15 Και αφού τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα, τον σκότωσαν. Τι λοιπόν θα κάνει σ’ αυτούς ο κύριος του αμπελώνα; 16 Θα έρθει και θα εξολοθρέψει τους γεωργούς αυτούς και θα δώσει τον αμπελώνα σε άλλους». Όταν το άκουσαν, τότε, είπαν: «Είθε ποτέ να μη γίνει». 17 Εκείνος τους κοίταξε μέσα στα μάτια και είπε: «Τι λοιπόν σημαίνει το γραμμένο αυτό: Λίθο που αποδοκίμασαν οι οικοδόμοι, αυτός έγινε ακρογωνιαίος λίθος; 18 Καθένας που πέσει πάνω σ’ εκείνο το λίθο θα συντριφτεί· ενώ πάνω σ’ όποιον πέσει, θα τον θρυμματίσει». 19 Και ζήτησαν οι γραμματείς και οι αρχιερείς να βάλουν πάνω του τα χέρια αυτήν την ώρα, αλλά φοβήθηκαν το λαό, γιατί κατάλαβαν ότι γι’ αυτούς είπε την παραβολή αυτή.
20 Και αφού παρατήρησαν προσεχτικά, απέστειλαν κατασκόπους που υποκρίνονταν οι ίδιοι πως είναι δίκαιοι, για να τον πιάσουν από ένα λόγο του, ώστε να τον παραδώσουν στην αρχή και στην εξουσία του ηγεμόνα. 21 Και τον επερώτησαν λέγοντας: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι ορθά λες και διδάσκεις, και δεν είσαι προσωπολήπτης, αλλά αληθινά διδάσκεις την οδό του Θεού. 22 Επιτρέπεται εμείς να δώσουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι;» 23 Επειδή λοιπόν κατανόησε την πανουργία τους, είπε προς αυτούς: 24 «Δείξτε μου ένα δηνάριο· ποιανού έχει εικόνα και επιγραφή;» Εκείνοι είπαν: «Του Καίσαρα». 25 Εκείνος είπε προς αυτούς: «Συνεπώς, αποδώστε τα πράγματα του Καίσαρα στον Καίσαρα και τα πράγματα του Θεού στο Θεό». 26 Και δεν μπόρεσαν να του πιάσουν λόγο ενοχοποιητικό απέναντι στο λαό και, επειδή θαύμασαν για την απόκρισή του, σώπασαν.
27 Πλησίασαν τότε μερικοί από τους Σαδδουκαίους, που λένε αντίθετα από τους άλλους πως δεν υπάρχει ανάσταση, και τον επερώτησαν, 28 λέγοντας: «Δάσκαλε, ο Μωυσής μάς έγραψε: Αν ο αδελφός κάποιου πεθάνει έχοντας γυναίκα, και αυτός είναι άτεκνος, να λάβει ο αδελφός του τη γυναίκα του και να φέρει απογόνους στον αδελφό του. 29 Ήταν λοιπόν εφτά αδελφοί. Και ο πρώτος, αφού έλαβε γυναίκα, πέθανε άτεκνος. 30 Και ο δεύτερος 31 και ο τρίτος την έλαβαν, ομοίως μάλιστα και οι εφτά, που δεν εγκατέλειψαν παιδιά, και πέθαναν. 32 Ύστερα, και η γυναίκα πέθανε. 33 Η γυναίκα, λοιπόν, κατά την ανάσταση, ποιανού από αυτούς θα γίνει γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν γυναίκα». 34 Και είπε σ’ αυτούς ο Ιησούς: «Οι γιοι του αιώνα τούτου νυμφεύονται και παντρεύονται, 35 αλλά εκείνοι που θα καταξιωθούν να επιτύχουν να ζήσουν σ’ εκείνον τον αιώνα και στην ανάσταση που είναι από τους νεκρούς ούτε νυμφεύονται ούτε παντρεύονται. 36 Γιατί ούτε να πεθάνουν πια δύνανται, επειδή είναι ίσοι με αγγέλους και είναι γιοι του Θεού, αφού είναι γιοι της ανάστασης. 37 Αλλά ότι εγείρονται οι νεκροί το μήνυσε και ο Μωυσής εκεί που μιλάει για τη βάτο, καθώς λέει Κύριο το Θεό του Αβραάμ και Θεό του Ισαάκ και Θεό του Ιακώβ. 38 Ο Θεός, λοιπόν, δεν είναι των νεκρών αλλά των ζωντανών, γιατί όλοι σε αυτόν ζουν». 39 Αποκρίθηκαν τότε μερικοί από τους γραμματείς και του είπαν: «Δάσκαλε, καλά τα είπες». 40 Γιατί δεν τολμούσαν πια να τον επερωτήσουν τίποτα.
41 Είπε τότε προς αυτούς: «Πώς λένε για το Χριστό ότι είναι γιος του Δαβίδ; 42 Γιατί αυτός ο Δαβίδ λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: “Κάθου από τα δεξιά μου, 43 ωσότου θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου”. 44 Ο Δαβίδ, λοιπόν, τον καλεί Κύριο, τότε πώς είναι γιος του;»
45 Ενώ άκουγε λοιπόν όλος ο λαός, είπε στους μαθητές του: 46 «Προσέχετε από τους γραμματείς που θέλουν να περπατούν με στολές και αγαπούν χαιρετισμούς στις αγορές και πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές και τα πρώτα καθίσματα στα δείπνα, 47 οι οποίοι κατατρώνε τις οικίες των χηρών και για πρόφαση κάνουν μακριές προσευχές. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη καταδίκη».
Κεφάλαιον 21
1 Σήκωσε, λοιπόν, το βλέμμα του και είδε τους πλούσιους που έριχναν στο θησαυροφυλάκιο τα δώρα τους. 2 Είδε τότε κάποια χήρα φτωχή να ρίχνει εκεί δύο λεπτά, 3 και είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι αυτή η φτωχή η χήρα έριξε περισσότερο απ’ όλους. 4 Γιατί όλοι αυτοί έριξαν από το περίσσευμά τους στα δώρα, αυτή όμως από το υστέρημά της, όλη την περιουσία που είχε έριξε».
5 Και όταν μερικοί έλεγαν για το ναό ότι είναι κοσμημένος με λίθους ωραίους και με αφιερώματα, είπε: 6 «Γι’ αυτά που βλέπετε θα έρθουν ημέρες κατά τις οποίες δε θα αφεθεί λίθος πάνω σε λίθο που δε θα καταστραφεί».
7 Τον επερώτησαν, τότε, λέγοντας: «Δάσκαλε, πότε λοιπόν θα γίνουν αυτά και ποιο το σημείο όταν μέλλουν να γίνονται αυτά;» 8 Εκείνος είπε: «Προσέχετε μην πλανηθείτε. Γιατί πολλοί θα έρθουν με το όνομά μου, λέγοντας: “Εγώ είμαι”, και: “Ο καιρός έχει πλησιάσει”. Μην πορευτείτε πίσω τους. 9 Όταν λοιπόν ακούσετε πολέμους και ακαταστασίες, μην πτοηθείτε. Γιατί πρέπει πρώτα να γίνουν αυτά, αλλά δεν είναι αμέσως το τέλος». 10 Τότε τους έλεγε: «Θα εγερθεί έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία εναντίον βασιλείας, 11 και θα γίνουν σεισμοί μεγάλοι, και κατά τόπους πείνες και επιδημίες, και φαινόμενα φοβερά, και από τον ουρανό θα γίνουν σημεία μεγάλα. 12 Πριν όμως απ’ όλα αυτά θα βάλουν πάνω σας τα χέρια τους και θα σας καταδιώξουν, παραδίνοντάς σας στις συναγωγές και στις φυλακές, οδηγώντας σας μπροστά σε βασιλιάδες και σε ηγεμόνες εξαιτίας του ονόματός μου· 13 θα αποβεί σ’ εσάς για μαρτυρία. 14 Βάλτε λοιπόν στις καρδιές σας το να μην προμελετάτε να απολογηθείτε. 15 Γιατί εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία, στην οποία δε θα δυνηθούν να αντισταθούν ή να αντείπουν όλοι οι αντίθετοι σ’ εσάς. 16 Θα παραδοθείτε, λοιπόν, και από γονείς και αδελφούς και συγγενείς και φίλους, και θα θανατώσουν μερικούς από εσάς, 17 και θα είστε μισούμενοι από όλους για το όνομά μου. 18 Αλλά τρίχα από το κεφάλι σας δε θα χαθεί. 19 Με την υπομονή σας αποκτήστε τις ψυχές σας».
20 «Όταν όμως δείτε την Ιερουσαλήμ να κυκλώνεται από στρατόπεδα, τότε να γνωρίζετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. 21 Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, 22 γιατί αυτές είναι ημέρες εκδίκησης, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. 23 Αλίμονο σε όσες έχουν παιδιά στην κοιλιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, 24 και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σε όλα τα έθνη, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τα έθνη, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνών».