25 «Και θα γίνουν σημεία στον ήλιο και στη σελήνη και στα άστρα, και πάνω στη γη στενοχώρια των εθνών με αμηχανία για τους ήχους της θάλασσας και το σάλο, 26 ενώ θα λιποθυμούν οι άνθρωποι από το φόβο και την προσμονή αυτών που θα επέλθουν στην οικουμένη, γιατί οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευτούν. 27 Και τότε θα δουν τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο μέσα σε νεφέλη με δύναμη και δόξα πολλή. 28 Όταν λοιπόν αρχίζουν να γίνονται αυτά, ανορθωθείτε και σηκώστε πάνω τα κεφάλια σας, γιατί πλησιάζει η απολύτρωσή σας».
29 Και είπε μια παραβολή σ’ αυτούς: «Δείτε τη συκιά και όλα τα δέντρα. 30 Όταν προβάλουν ήδητα φύλλα, βλέπετε από μόνοι σας και γνωρίζετε ότι είναι ήδη κοντά το θέρος. 31 Έτσι κι εσείς, όταν δείτε αυτά να γίνονται, να γνωρίζετε ότι κοντά είναι η βασιλεία του Θεού. 32 Αλήθεια σας λέω ότι δε θα παρέλθει η γενιά αυτή, ωσότου όλα γίνουν. 33 Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δε θα παρέλθουν».
34 «Προσέχετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας μήπως βαρύνουν οι καρδιές σας μέσα σε κραιπάλη και σε μέθη και σε μέριμνες βιοτικές και πέσει πάνω σας αιφνίδια η ημέρα εκείνη 35 σαν παγίδα. Γιατί θα έρθει πάνω σε όλους όσοι κάθονται στην επιφάνεια όλης της γης. 36 Αγρυπνείτε, λοιπόν, και σε κάθε καιρό να δέεστε για να υπερισχύσετε, ώστε να ξεφύγετε όλα αυτά που μέλλουν να γίνονται και να σταθείτε μπροστά στον Υιό του ανθρώπου». 37 Και τις ημέρες δίδασκε συνεχώς στο ναό, ενώ τις νύχτες εξερχόταν και διανυχτέρευε στο όρος το καλούμενο των Ελαιών. 38 Και όλος ο λαός ερχόταν με τον όρθρο προς αυτόν μέσα στο ναό, για να τον ακούει.
Κεφάλαιον 22
1 Πλησίαζε τότε η εορτή των αζύμων, που λέγεται Πάσχα. 2 Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν το πώς να τον θανατώσουν, γιατί φοβούνταν το λαό. 3 Εισήλθε τότε ο Σατανάς στον Ιούδα, που καλείται Ισκαριώτης, ο οποίος ήταν από τον αριθμό των δώδεκα. 4 Και πήγε και συνομίλησε με τους αρχιερείς και με τους στρατηγούς το πώς να τους τον παραδώσει. 5 Και χάρηκαν και συμφώνησαν να του δώσουν αργυρά νομίσματα. 6 Και υποσχέθηκε, και ζητούσε ευκαιρία να τον παραδώσει σ’ αυτούς χωρίς πλήθος γύρω του.
7 Ήρθε λοιπόν η ημέρα των αζύμων, κατά την οποία έπρεπε να θυσιάσουν το Πάσχα. 8 Και απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη και είπε: «Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το Πάσχα να φάμε». 9 Εκείνοι του είπαν: «Πού θέλεις να ετοιμάσουμε;» 10 Αυτός τους είπε: «Ιδού, όταν εισέλθετε στην πόλη, θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος, βαστάζοντας στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στην οικία στην οποία μπαίνει, 11 και θα πείτε στον οικοδεσπότη της οικίας: “Σου λέει ο δάσκαλος: Πού είναι το κατάλυμα όπου το Πάσχα θα φάω μαζί με τους μαθητές μου”; 12 Κι εκείνος θα σας δείξει ένα ανώγι μεγάλο, στρωμένο· εκεί ετοιμάστε». 13 Έφυγαν, τότε, και βρήκαν καθώς τους είχε πει και ετοίμασαν το Πάσχα.
14 Και όταν έγινε η κατάλληλη ώρα, ξάπλωσε, για να φάει και οι απόστολοι μαζί του. 15 Και είπε προς αυτούς: «Επιθύμησα πολύ αυτό το Πάσχα να φάω μαζί σας προτού να υποφέρω. 16 Γιατί σας λέω ότι δε θα φάω αυτό, ωσότου ολοκληρωθεί μέσα στη βασιλεία του Θεού». 17 Και αφού δέχτηκε ένα ποτήρι, ευχαρίστησε το Θεό και είπε: «Λάβετε τούτο και διαμερίστε το μεταξύ σας. 18 Γιατί σας λέω ότι δε θα πιω από τώρα από το γέννημα της αμπέλου, ωσότου έρθει η βασιλεία του Θεού». 19 Και αφού έλαβε άρτο, ευχαρίστησε το Θεό, τον έκοψε με τα χέρια και τους τον έδωσε λέγοντας: «Τούτο είναι το σώμα μου που δίνεται για χάρη σας· αυτό να κάνετε στη δική μου ανάμνηση». 20 Και το ποτήρι ομοίως έδωσε μετά το δείπνο, λέγοντας: «Τούτο το ποτήρι, η καινή διαθήκη με το αίμα μου, που για χάρη σας χύνεται. 21 Όμως, ιδού, το χέρι εκείνου που με προδίδει είναι μαζί μου πάνω στο τραπέζι. 22 Γιατί, βέβαια, ο Υιός του ανθρώπου πορεύεται σύμφωνα με το ορισμένο, όμως αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου προδίδεται». 23 Και αυτοί άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιος άραγε είναι από αυτούς που μέλλει να πράττει αυτό.
24 Έγινε τότε και φιλονικία μεταξύ τους, για το ποιος από αυτούς φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερος. 25 Εκείνος τους είπε: «Οι βασιλιάδες των εθνών κυριαρχούν σ’ αυτά και όσοι τα εξουσιάζουν καλούνται ευεργέτες. 26 Εσείς όμως, όχι έτσι, αλλά ο μεγαλύτερος μεταξύ σας ας γίνει όπως ο νεότερος και εκείνος που ηγείται όπως αυτός που διακονεί. 27 Γιατί ποιος είναι μεγαλύτερος, αυτός που ξαπλώνει, για να φάει, ή αυτός που διακονεί; Δεν είναι αυτός που ξαπλώνει; Εγώ όμως στο μέσο σας είμαι όπως αυτός που διακονεί. 28 Εσείς, λοιπόν, είστε εκείνοι που έχουν διαμείνει μαζί μου μέσα στους πειρασμούς μου. 29 Κι εγώ σας διαθέτω βασιλεία καθώς μου διέθεσε ο Πατέρας μου, 30 για να τρώτε και να πίνετε πάνω στο τραπέζι μου κατά τη βασιλεία μου, και θα καθίσετε πάνω σε θρόνους, κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ».
31 «Σίμωνα, Σίμωνα, ιδού, ο Σατανάς απαίτησε για τον εαυτό του εσάς, για να σας κοσκινίσει όπως το σιτάρι. 32 Εγώ όμως δεήθηκα για σένα, για να μην εκλείψει η πίστη σου. Κι εσύ, όταν κάποτε επιστρέψεις, στήριξε τους αδελφούς σου». 33 Εκείνος του είπε: «Κύριε, είμαι έτοιμος να πάω μαζί σου και σε φυλακή και σε θάνατο». 34 Αυτός του είπε: «Σου λέω, Πέτρο, δε θα λαλήσει σήμερα πετεινός, ωσότου τρεις φορές με απαρνηθείς, λέγοντας ότι δε με ξέρεις».
35 Και είπε σ’ αυτούς: «Όταν σας απέστειλα χωρίς πορτοφόλι και σακίδιο και υποδήματα, μήπως κάτι στερηθήκατε;» Εκείνοι είπαν: «Κανένα». 36 Τους είπε τότε: «Αλλά τώρα όποιος έχει πορτοφόλι ας το πάρει, όμοια και σακίδιο, και όποιος δεν έχει ας πουλήσει το πανωφόρι του και ας αγοράσει μάχαιρα. 37 Γιατί σας λέω ότι αυτό το γραμμένο πρέπει να τελεστεί σ’ εμένα, το: Και μαζί με άνομους λογαριάστηκε. Και πράγματι, ό,τι αφορά εμένα έχει τέλος». 38 Εκείνοι είπαν: «Κύριε, ιδού δύο μάχαιρες εδώ». Αυτός τους είπε: «Αρκετό είναι».
39 Και αφού εξήλθε, πορεύτηκε κατά τη συνήθειά του στο Όρος των Ελαιών, και τον ακολούθησαν και οι μαθητές. 40 Όταν ήρθε λοιπόν στον τόπο εκείνο, τους είπε: «Προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό». 41 Και αυτός απομακρύνθηκε από αυτούς σε απόσταση περίπου μιας βολής λίθου και, αφού έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν, 42 λέγοντας: «Πατέρα, αν θέλεις, απομάκρυνε αυτό το ποτήρι από εμένα· όμως όχι το θέλημά μου, αλλά το δικό σου να γίνει». 43 Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος από τον ουρανό που τον ενίσχυε. 44 Και επειδή έπεσε σε αγωνία, εντονότερα προσευχόταν. Και έγινε ο ιδρώτας του σαν θρόμβοι αίματος που κατέβαιναν στη γη. 45 Και όταν σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε προς τους μαθητές και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη, 46 και τους είπε: «Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό».
47 Ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ερχόταν μπροστά από αυτούς και πλησίασε τον Ιησού, για να τον φιλήσει. 48 Ο Ιησούς τότε του είπε: «Ιούδα, με φίλημα παραδίνεις τον Υιό του ανθρώπου;» 49 Όταν είδαν τότε εκείνοι που ήταν γύρω του αυτό που συνέβηκε, είπαν: «Κύριε, να χτυπήσουμε με μάχαιρα;» 50 Και χτύπησε ένας, κάποιος από αυτούς, το δούλο του αρχιερέα και αφαίρεσε το αυτί του το δεξί. 51 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Αφήστε τα πράγματα ως αυτό το σημείο» – και αφού άγγιξε το αυτί, τον γιάτρεψε. 52 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τους αρχιερείς και στρατηγούς του ναού και πρεσβυτέρους, που ήρθαν εναντίον του: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα; 53 Κάθε ημέρα, ενώ ήμουν μαζί σας μέσα στο ναό, δεν εκτείνατε τα χέρια πάνω μου. Αλλά αυτή η ώρα είναι δική σας και η εξουσία του σκότους».