19 Και αυτή είναι η μαρτυρία του Ιωάννη, όταν απέστειλαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα ιερείς και Λευίτες, για να τον ρωτήσουν: «Εσύ ποιος είσαι;» 20 Και ομολόγησε και δεν το αρνήθηκε, αλλά ομολόγησε: «Εγώ δεν είμαι ο Χριστός». 21 Τότε τον ρώτησαν: «Τι είσαι λοιπόν; Εσύ είσαι ο Ηλίας;» Και λέει: «Δεν είμαι». «Ο προφήτης είσαι εσύ;» Και αποκρίθηκε: «Όχι». 22 Είπαν λοιπόν σ’ αυτόν: «Ποιος είσαι; Για να δώσουμε απόκριση σ’ αυτούς που μας έστειλαν. Τι λες για τον εαυτό σου;» 23 Εκείνος είπε: «Εγώ είμαι φωνή ενός που φωνάζει δυνατά στην έρημο: “ισιώστε την οδό του Κυρίου”, καθώς είπε ο Ησαΐας ο προφήτης». 24 Και ήταν μερικοί αποσταλμένοι από την παράταξη των Φαρισαίων. 25 Τότε τον ρώτησαν και του είπαν: «Γιατί λοιπόν βαφτίζεις, αν εσύ δεν είσαι ο Χριστός ούτε ο Ηλίας ούτε ο προφήτης;» 26 Τους αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντας: «Εγώ βαφτίζω σε νερό. Στο μέσο σας έχει σταθεί αυτός που εσείς δεν ξέρετε, 27 που έρχεται πίσω από μένα, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω το λουρί του υποδήματός του». 28 Αυτά έγιναν στη Βηθανία πέρα από τον Ιορδάνη, όπου βάφτιζε συνέχεια ο Ιωάννης.
29 Την επόμενη ημέρα βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και λέει: «Να ο αμνός του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου. 30 Αυτός είναι για τον οποίο εγώ είπα: “ Πίσω από μένα έρχεται ένας άντρας που μπροστά από μένα έχει υπάρξει, γιατί μου ήταν πρώτος”. 31 Και εγώ δεν τον ήξερα, αλλά για να φανερωθεί στο λαό Ισραήλ, γι’ αυτό εγώ ήρθα βαφτίζοντας στο νερό». 32 Και έδωσε μαρτυρία ο Ιωάννης, λέγοντας: «Έχω δει το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανό, και έμεινε πάνω σ’ αυτόν. 33 Κι εγώ δεν τον ήξερα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαφτίζω σε νερό, εκείνος μου είπε: “Πάνω σ’ όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω του, αυτός είναι που βαφτίζει σε Πνεύμα Άγιο”. 34 Κι εγώ έχω δει και έχω μαρτυρήσει ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού».
35 Την επόμενη ημέρα πάλι, είχε σταθεί ο Ιωάννης και δύο από τους μαθητές του. 36 Κοίταξε καλά τότε τον Ιησού που περπατούσε και λέει: «Να ο αμνός του Θεού». 37 Και άκουσαν οι δύο μαθητές αυτόν να μιλά και ακολούθησαν τον Ιησού. 38 Στράφηκε τότε ο Ιησούς και, όταν τους είδε να τον ακολουθούν, τους λέει: «Τι ζητάτε;» Εκείνοι του είπαν: «Ραβί – που όταν ερμηνεύεται λέγεται Δάσκαλε – πού μένεις;» 39 Τους λέει: «Ελάτε και θα δείτε». Ήρθαν, λοιπόν, και είδαν που μένει, και έμειναν κοντά του εκείνη την ημέρα. Η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα. 40 Ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου, ένας από τους δύο που άκουσαν από τον Ιωάννη και τον ακολούθησαν. 41 Αυτός βρίσκει πρώτα τον αδελφό το δικό του, το Σίμωνα, και του λέει: «Βρήκαμε το Μεσσία» – που όταν ερμηνεύεται σημαίνει Χριστός. 42 Τον έφερε τότε προς τον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε μέσα στα μάτια και είπε: «Εσύ είσαι ο Σίμωνας, ο γιος του Ιωάννη· εσύ θα κληθείς Κηφάς» – που ερμηνεύεται Πέτρος.
43 Την επόμενη ημέρα θέλησε να εξέλθει στη Γαλιλαία και βρίσκει το Φίλιππο. Και ο Ιησούς τού λέει: «Ακολούθα με». 44 Ήταν, λοιπόν, ο Φίλιππος από τη Βηθσαϊδά, από την πόλη του Ανδρέα και του Πέτρου. 45 Βρίσκει ο Φίλιππος το Ναθαναήλ και του λέει: «Αυτόν που έγραψε ο Μωυσής στο νόμο, και οι προφήτες, τον βρήκαμε: είναι ο Ιησούς, γιος του Ιωσήφ, που είναι από τη Ναζαρέτ». 46 Και ο Ναθαναήλ τού είπε: «Από τη Ναζαρέτ δύναται να είναι κάτι αγαθό;» Του λέει ο Φίλιππος: «Έλα και δες». 47 Ο Ιησούς είδε το Ναθαναήλ να έρχεται προς αυτόν και λέει γι’ αυτόν: «Να, αληθινά, ένας Ισραηλίτης μέσα στον οποίο δεν υπάρχει δόλος». 48 Του λέει ο Ναθαναήλ: «Από πού με γνωρίζεις;» Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: «Σε είδα προτού ο Φίλιππος σε φωνάξει, ενώ ήσουν κάτω από τη συκιά». 49 Ο Ναθαναήλ του αποκρίθηκε: «Ραβί, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». 50 Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: «Επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά, πιστεύεις; Θα δεις μεγαλύτερα από αυτά». 51 Και του λέει: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, θα δείτε τον ουρανό ανοιγμένο και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του ανθρώπου».
Κεφάλαιον 2
1 Και την ημέρα την τρίτη, έγινε γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας, και η μητέρα του Ιησού ήταν εκεί. 2 Προσκάλεσαν τότε και τον Ιησού και τους μαθητές του στο γάμο. 3 Και επειδή στερήθηκαν το κρασί, λέει η μητέρα του Ιησού προς αυτόν: «Κρασί δεν έχουν». 4 Και ο Ιησούς λέει σ’ αυτήν: «Τι κοινό έχουμε εγώ κι εσύ γυναίκα; Ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα μου». 5 Η μητέρα του λέει στους διακόνους: «Ό,τι σας λέει κάντε». 6 Ήταν λοιπόν εκεί έξι λίθινες υδρίες, που κείτονταν σύμφωνα με το έθιμο του καθαρισμού των Ιουδαίων, και χωρούσαν η καθεμία από ογδόντα ως εκατόν είκοσι λίτρα. 7 Ο Ιησούς λέει σ’ αυτούς: «Γεμίστε τις υδρίες με νερό». Και τις γέμισαν έως πάνω. 8 Τότε τους λέει: «Αντλήστε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινο». Εκείνοι του έφεραν. 9 Μόλις, λοιπόν, γεύτηκε ο αρχιτρίκλινος το νερό που είχε γίνει κρασί και δεν ήξερε από πού είναι – ενώ οι διάκονοι που είχαν αντλήσει το νερό ήξεραν – ο αρχιτρίκλινος φωνάζει το γαμπρό 10 και του λέει: «Κάθε άνθρωπος θέτει στο τραπέζι πρώτα το καλό κρασί και, όταν μεθύσουν, το κατώτερο. Εσύ έχεις φυλάξει το καλό κρασί ως τώρα». 11 Αυτήν την αρχή των θαυματουργικών σημείων ο Ιησούς έκανε στην Κανά της Γαλιλαίας και φανέρωσε τη δόξα του, και πίστεψαν σ’ αυτόν οι μαθητές του. 12 Μετά από αυτό κατέβηκε στην Καπερναούμ αυτός και η μητέρα του και οι αδελφοί του και οι μαθητές του, και εκεί έμειναν όχι πολλές ημέρες.
13 Και ήταν κοντά το Πάσχα των Ιουδαίων, και ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα. 14 Και βρήκε μέσα στο ναό αυτούς που πουλούσαν βόδια και πρόβατα και περιστέρια, και τους αργυραμοιβούς να κάθονται. 15 Τότε, αφού έκανε φραγγέλιο από σχοινιά, όλους τους έβγαλε έξω από το ναό, και τα πρόβατα και τα βόδια, και σκόρπισε τα κέρματα των αργυραμοιβών και ανάτρεψε τα τραπέζια τους, 16 και σ’ εκείνους που πουλούν τα περιστέρια είπε: «Σηκώστε αυτά από εδώ· μην κάνετε τον οίκο του Πατέρα μου οίκο εμπορίου». 17 Οι μαθητές του θυμήθηκαν ότι είναι γραμμένο: Ο ζήλος για τον οίκο σου θα με καταφάει. 18 Έλαβαν το λόγο λοιπόν οι Ιουδαίοι και του είπαν: «Τι σημείο μας δείχνεις, επειδή κάνεις αυτά;» 19 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Γκρεμίστε το ναό τούτο και μέσα σε τρεις ημέρες θα τον εγείρω». 20 Είπαν λοιπόν οι Ιουδαίοι: «Σε σαράντα έξι χρόνια οικοδομήθηκε ο ναός αυτός, κι εσύ θα τον εγείρεις μέσα σε τρεις ημέρες;» 21 Εκείνος όμως έλεγε για το ναό του σώματός του. 22 Όταν λοιπόν εγέρθηκε από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθητές του ότι αυτό έλεγε, και πίστεψαν στη Γραφή και στο λόγο που είπε ο Ιησούς.