9 Πολύ πλήθος από τους Ιουδαίους έμαθε, λοιπόν, ότι είναι εκεί, και ήρθαν όχι μόνο για τον Ιησού, αλλά για να δουν και το Λάζαρο που τον έγειρε από τους νεκρούς. 10 Αποφάσισαν τότε οι αρχιερείς να σκοτώσουν και το Λάζαρο, 11 επειδή πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι’ αυτόν και πίστευαν στον Ιησού.
12 Την επόμενη ημέρα το πολύ πλήθος που ήρθε στην εορτή, όταν άκουσαν ότι ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα, 13 έλαβαν τα βάγια των φοινίκων και εξήλθαν σε προϋπάντησή του και φώναζαν: «Ωσαννά! Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου!» Και: «Ο βασιλιάς του Ισραήλ!» 14 Αφού βρήκε λοιπόν ο Ιησούς ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω του καθώς είναι γραμμένο: 15 Μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών. Ιδού, ο βασιλιάς σου έρχεται καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου. 16 Αυτά δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του στην αρχή, αλλά όταν δοξάστηκε ο Ιησούς, τότε θυμήθηκαν ότι αυτά ήταν γραμμένα γι’ αυτόν και ότι αυτά του έκαναν. 17 Το πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του, όταν φώναξε το Λάζαρο έξω από το μνήμα και τον έγειρε από τους νεκρούς, έδινε μαρτυρία γι’ αυτό. 18 Γι’ αυτό και τον προϋπάντησε το πλήθος, επειδή άκουσαν πως είχε κάνει αυτό το θαυματουργικό σημείο. 19 Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, είπαν μεταξύ τους: «Βλέπετε ότι δεν είστε ωφέλιμοι σε τίποτα· να, ο κόσμος έφυγε πίσω του».
20 Ήταν τότε μερικοί Έλληνες από εκείνους που ανέβαιναν για να προσκυνήσουν στην εορτή. 21 Αυτοί λοιπόν πλησίασαν το Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού». 22 Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. 23 Τότε ο Ιησούς τούς αποκρίνεται λέγοντας: «Έχει έρθει η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου. 24 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν δεν πεθάνει ο κόκκος του σίτου όταν πέσει στη γη, αυτός μόνος μένει. Αν όμως πεθάνει, φέρει πολύ καρπό. 25 Εκείνος που αγαπά τη ζωή του τη χάνει· κι εκείνος που μισεί τη ζωή του στον κόσμο τούτο θα τη φυλάξει για ζωή αιώνια. 26 Αν κάποιος εμένα διακονεί, εμένα ας ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ εκεί θα είναι και ο διάκονος ο δικός μου. Αν κάποιος εμένα διακονεί, θα τον τιμήσει ο Πατέρας».
27 «Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη, και τι να πω; “Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτή”; Αλλά γι’ αυτό ήρθα στην ώρα αυτή. 28 Πατέρα, δόξασε το όνομά σου!» Ήρθε τότε φωνή από τον ουρανό: «Και το δόξασα και πάλι θα το δοξάσω». 29 Το πλήθος, λοιπόν, που είχε σταθεί και άκουσε έλεγε ότι βροντή έχει γίνει. Άλλοι έλεγαν: «Άγγελος του έχει μιλήσει». 30 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε: «Δεν έχει γίνει για μένα η φωνή αυτή, αλλά για σας. 31 Τώρα γίνεται κρίση του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχοντας του κόσμου τούτου θα πεταχτεί έξω. 32 Κι εγώ, όταν υψωθώ από τη γη, όλους θα ελκύσω προς τον εαυτό μου». 33 Αυτό λοιπόν το έλεγε, δίνοντας σημάδι με ποιο θάνατο έμελλε να πεθάνει. 34 Τότε του αποκρίθηκε το πλήθος: «Εμείς ακούσαμε από το νόμο ότι ο Χριστός μένει στον αιώνα. Τότε, πώς εσύ λες ότι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου; Ποιος είναι αυτός ο Υιός του ανθρώπου;» 35 Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: «Ακόμη λίγο χρόνο το φως είναι μεταξύ σας. Περπατάτε όσο έχετε το φως, για να μη σας κυριέψει το σκοτάδι. Και όποιος περπατά στο σκοτάδι δεν ξέρει πού πηγαίνει. 36 Όσο έχετε το φως, πιστεύετε στο φως, για να γίνετε γιοι φωτός». Αυτά λάλησε ο Ιησούς και, αφού έφυγε, κρύφτηκε από αυτούς.
37 Ενώ τόσο πολλά θαυματουργικά σημεία είχε κάνει μπροστά τους, δεν πίστευαν σ’ αυτόν, 38 για να εκπληρωθεί ο λόγος που είπε ο Ησαΐας ο προφήτης: Κύριε, ποιος πίστεψε στο άκουσμα της αγγελίας μας; Και ο βραχίονας του Κυρίου σε ποιον αποκαλύφτηκε; 39 Γι’ αυτό δεν μπορούσαν να πιστεύουν, επειδή πάλι είπε ο Ησαΐας: 40 Έχει τυφλώσει τους οφθαλμούς τους και πώρωσε την καρδιά τους, για να μη δουν με τους οφθαλμούς και νοήσουν με την καρδιά και στραφούν, και τους γιατρέψω. 41 Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα του και μίλησε γι’ αυτόν. 42 Όμως παρόλ’ αυτά και από τους άρχοντες πολλοί πίστεψαν σ’ αυτόν, αλλά εξαιτίας των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν, για να μη γίνουν αποσυνάγωγοι. 43 Γιατί αγάπησαν περισσότερο τη δόξα των ανθρώπων παρά, βεβαίως, τη δόξα του Θεού.
44Ο Ιησούς λοιπόν φώναξε και είπε: «Όποιος πιστεύει σ’ εμένα δεν πιστεύει σ’ εμένα, αλλά σ’ αυτόν που με έστειλε. 45 Και όποιος βλέπει εμένα βλέπει αυτόν που με έστειλε. 46 Εγώ έχω έρθει σαν φως στον κόσμο, για να μη μείνει στο σκοτάδι καθένας που πιστεύει σ’ εμένα. 47 Και αν κάποιος ακούσει τα λόγια μου και δεν τα φυλάξει, εγώ δεν τον κρίνω. Επειδή δεν ήρθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. 48 Εκείνος που με απορρίπτει και δε λαβαίνει τα λόγια μου, έχει αυτόν που τον κρίνει: ο λόγος που μίλησα, εκείνος θα τον κρίνει κατά την έσχατη ημέρα. 49 Γιατί εγώ από τον εαυτό μου δε μίλησα, αλλά ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός μου έχει δώσει εντολή τι να πω και τι να μιλήσω. 50 Και ξέρω ότι η εντολή του είναι ζωή αιώνια. Αυτά λοιπόν που εγώ μιλώ, καθώς μου τα έχει πει ο Πατέρας, έτσι μιλώ».
Κεφάλαιον 13
1 Και πριν από την εορτή του Πάσχα, ξέροντας ο Ιησούς ότι ήρθε η ώρα του να φύγει από τον κόσμο τούτο και να πάει προς τον Πατέρα, αγάπησε τους δικούς του που ήταν στον κόσμο και ολοκληρωτικά τους αγάπησε. 2 Και ενώ γινόταν το δείπνο, όταν ο Διάβολος ήδη είχε βάλει στην καρδιά του Ιούδα, του γιου του Σίμωνα του Ισκαριώτη, να τον παραδώσει, 3 επειδή ήξερε ο Ιησούς ότι όλα του τα έδωσε ο Πατέρας στα χέρια του και ότι από το Θεό εξήλθε και προς το Θεό πηγαίνει, 4 σηκώνεται από το δείπνο και θέτει κάπου τα εξωτερικά του ρούχα και, αφού έλαβε μια πετσέτα, έζωσε γύρω τον εαυτό του. 5 Έπειτα βάζει νερό στο νιπτήρα και άρχισε να νίβει τα πόδια των μαθητών του και να τα σκουπίζει με την πετσέτα που ήταν γύρω ζωσμένος. 6 Έρχεται λοιπόν προς το Σίμωνα Πέτρο. Εκείνος του λέει: «Κύριε, εσύ μου νίβεις τα πόδια;» 7 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Αυτό που εγώ κάνω εσύ δεν το ξέρεις τώρα· θα το καταλάβεις όμως μετά από αυτά». 8 Του λέει ο Πέτρος: «Δε θα μου νίψεις τα πόδια στον αιώνα». Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Αν δε σε νίψω, δεν έχεις μέρος μαζί μου». 9 Του λέει ο Σίμωνας Πέτρος: «Κύριε, τότε όχι τα πόδια μου μόνο, αλλά και τα χέρια και το κεφάλι». 10 Του λέει ο Ιησούς: «Ο λουσμένος δεν έχει ανάγκη παρά μόνο τα πόδια να νίψει, γιατί αλλιώς είναι καθαρός όλος. Και εσείς είστε καθαροί, αλλά όχι όλοι». 11 Επειδή ήξερε εκείνον που θα τον παράδινε, γι’ αυτό είπε: «Δεν είστε όλοι καθαροί». 12 Όταν λοιπόν ένιψε τα πόδια τους και έλαβε τα ρούχα του και κάθισε πάλι, για να φάει, τους είπε: «Καταλαβαίνετε τι σας έχω κάνει; 13 Εσείς με φωνάζετε, “ο Δάσκαλος” και “ο Κύριος”, και καλά λέτε, γιατί είμαι. 14 Αν λοιπόν εγώ σας ένιψα τα πόδια, ο Κύριος και ο Δάσκαλος, και εσείς οφείλετε να νίβετε τα πόδια ο ένας στον άλλο. 15 Γιατί σας έδωσα παράδειγμα, για να κάνετε και εσείς καθώς εγώ σας έκανα. 16 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, δεν υπάρχει δούλος μεγαλύτερος από τον Κύριό του ούτε απόστολος μεγαλύτερος από εκείνον που τον έστειλε. 17 Αν ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι αν τα κάνετε. 18 Δε λέω για όλους σας· εγώ ξέρω ποιους εξέλεξα. Αλλά θα γίνει ό,τι γίνει, για να εκπληρωθεί η Γραφή: Αυτός που μου τρώει τον άρτο σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του. 19 Από τώρα σας το λέω προτού να γίνει, για να πιστέψετε, όταν γίνει, ότι Εγώ Είμαι. 20 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν στείλω κάποιον, εκείνος που τον δέχεται δέχεται εμένα. Και εκείνος που δέχεται εμένα δέχεται αυτόν που με έστειλε».