17 Μόνο, όπως ο Κύριος μοίρασε σε καθέναν, όπως ο Θεός έχει καλέσει καθέναν, έτσι ας περπατά. Και έτσι διατάζω σε όλες τις εκκλησίες. 18 Περιτμημένος κάποιος καλέστηκε; Ας μην καλύπτει την περιτομή. Με ακροβυστία έχει καλεστεί κανείς; Ας μην περιτέμνεται. 19 Η περιτομή τίποτα δεν είναι και η ακροβυστία τίποτα δεν είναι, αλλά η τήρηση των εντολών του Θεού. 20 Καθένας στην κλήση που καλέστηκε, σε αυτήν ας μένει. 21 Δούλος κλήθηκες, ας μη σε μέλει· αλλά αν επίσης δύνασαι να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε μάλλον την ευκαιρία. 22 Γιατί όποιος καλέστηκε στον Κύριο δούλος, είναι απελεύθερος του Κυρίου. Όμοια, όποιος καλέστηκε ελεύθερος, δούλος είναι του Χριστού. 23 Με τιμή αγοραστήκατε· μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων. 24 Καθένας σ’ αυτό που κλήθηκε, αδελφοί, σ’ αυτό ας μένει κοντά στο Θεό.»
25 Σχετικά όμως με τους παρθένους διαταγή του Κυρίου δεν έχω, αλλά γνώμη δίνω ως ελεημένος από τον Κύριο να είμαι πιστός. 26 Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό είναι καλό εξαιτίας της παρούσας ανάγκης, ότι είναι καλό για τον άνθρωπο το να μένει έτσι όπως είναι. 27 Είσαι δεμένος με γυναίκα, μη ζητάς διάλυση· είσαι λυμένος από γυναίκα, μη ζητάς γυναίκα. 28 Αν όμως και νυμφευτείς, δεν αμάρτησες, και αν παντρευτεί η παρθένα, δεν αμάρτησε. Θλίψη όμως στη σάρκα θα έχουν οι τέτοιοι, κι εγώ σας λυπάμαι. 29 Αυτό λοιπόν λέω, αδελφοί: ο καιρός είναι σύντομος. Στο εξής, και όσοι έχουν γυναίκες να είναι σαν να μην έχουν, 30 και όσοι κλαίνε σαν να μην κλαίνε, και όσοι χαίρονται σαν να μη χαίρονται, και όσοι αγοράζουν σαν να μην κατέχουν, 31 και όσοι μεταχειρίζονται τα πράγματα του κόσμου σαν να μην καταχρώνται αυτά· γιατί παρέρχεται το σχήμα του κόσμου τούτου. 32 Σας θέλω, λοιπόν, να είστε αμέριμνοι. Ο άγαμος μεριμνά για τα πράγματα του Κυρίου, πώς να αρέσει στον Κύριο. 33 Εκείνος όμως που νυμφεύτηκε μεριμνά για τα πράγματα του κόσμου, πώς να αρέσει στη γυναίκα, 34 και είναι μοιρασμένος. Και η γυναίκα η άγαμη και η παρθένα μεριμνά για τα πράγματα του Κυρίου, για να είναι άγια και στο σώμα και στο πνεύμα. Εκείνη όμως που παντρεύτηκε μεριμνά για τα πράγματα του κόσμου, πώς να αρέσει στον άντρα. 35 Και τούτο για το δικό σας συμφέρον το λέω, όχι για να βάλω πάνω σας βρόχο, αλλά για να κάνετε το ευπρεπές και να παραμένετε καλά στον Κύριο απερίσπαστα. 36 Αν όμως κάποιος νομίζει πως συμπεριφέρεται άσχημα προς την παρθένα του, αν έχει υπερβεί την ακμή της νεότητάς της και έτσι οφείλει να γίνεται, αυτό που θέλει ας κάνει· δεν αμαρτάνει· ας παντρευτούν. 37 Όποιος όμως έχει σταθεί εδραίος μέσα στην καρδιά του μην έχοντας ανάγκη, και έχει εξουσία πάνω στο δικό του θέλημα και αυτό έχει αποφασίσει μέσα στη δική του καρδιά, να τηρεί τη δική του παρθένα άγαμη, καλά θα κάνει. 38 Ώστε και αυτός που παντρεύει τη δική του παρθένα καλά κάνει και αυτός που δεν την παντρεύει καλύτερα θα κάνει. 39 Η γυναίκα είναι δεμένη για όσο χρόνο ζει ο άντρας της. Αν όμως κοιμηθεί ο άντρας της, ελεύθερη είναι με όποιον θέλει να παντρευτεί, μόνο να γίνει μέσα στο θέλημα του Κυρίου. 40 Μακαριότερη όμως είναι αν μείνει έτσι, κατά τη δική μου γνώμη. Νομίζω, λοιπόν, πως κι εγώ έχω Πνεύμα Θεού.
Κεφάλαιον 8
1 Σχετικά τώρα με τα ειδωλόθυτα ξέρουμε ότι όλοι έχουμε γνώση. Η γνώση φουσκώνει από υπερηφάνεια, η αγάπη όμως οικοδομεί. 2 Αν κάποιος νομίζει ότι έχει γνωρίσει κάτι, ακόμα δεν το γνώρισε καθώς πρέπει να το γνωρίσει. 3 Αν όμως κάποιος αγαπά το Θεό, αυτός έχει γνωριστεί από Αυτόν. 4 Σχετικά με την τροφή λοιπόν του κρέατος των ειδωλοθύτων, ξέρουμε ότι τίποτα δεν είναι το είδωλο στον κόσμο και ότι κανένας Θεός δεν υπάρχει παρά μόνο ένας. 5 Και γιατί, αν βέβαια υπάρχουν λεγόμενοι θεοί είτε στον ουρανό είτε πάνω στη γη, όπως ακριβώς υπάρχουν θεοί πολλοί και κύριοι πολλοί, 6 αλλά για μας ένας Θεός υπάρχει, ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα και εμείς ανήκουμε σ’ αυτόν, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα και εμείς μέσω αυτού. 7 Αλλά δεν υπάρχει σε όλους αυτή η γνώση. Μερικοί πιστοί μάλιστα, από τη συνήθεια ως τώρα για το είδωλο, ως ειδωλόθυτο το τρώνε, και η συνείδησή τους που είναι ασθενής μολύνεται. 8 Η τροφή λοιπόν δε θα μας παρουσιάσει, για να επιδοκιμαστούμε από το Θεό. Ούτε αν δε φάμε, στερούμαστε, ούτε αν φάμε, περισσεύουμε. 9 Προσέχετε, όμως, μήπως η εξουσία σας αυτή γίνει πρόσκομμα στους ασθενείς κατά την πίστη. 10 Γιατί αν κάποιος δει εσένα που έχεις γνώση να κάθεσαι μέσα σε ναό ειδώλων, η συνείδησή του, επειδή αυτός είναι ασθενής στην πίστη, δε θα “οικοδομηθεί” στο να τρώει τα ειδωλόθυτα; 11 Χάνεται δηλαδή ο ασθενής στην πίστη με τη δική σου γνώση, ο αδελφός για τον οποίο ο Χριστός πέθανε. 12 Έτσι, όμως, αμαρτάνοντας στους αδελφούς και πληγώνοντας τη συνείδησή τους που είναι ασθενής, στο Χριστό αμαρτάνετε. 13 Γι’ αυτό ακριβώς, αν τροφή σκανδαλίζει τον αδελφό μου, δε θα φάω κρέας στον αιώνα, για να μη σκανδαλίσω τον αδελφό μου.
Κεφάλαιον 9
1 Δεν είμαι ελεύθερος; Δεν είμαι απόστολος; Δεν έχω δει τον Ιησού τον Κύριό μας; Δεν είστε εσείς το έργο μου στον Κύριο; 2 Αν για άλλους δεν είμαι απόστολος, αλλά βέβαια για σας είμαι· γιατί η σφραγίδα της αποστολής μου εσείς είστε στον Κύριο. 3 Η δική μου απολογία σε όσους με ανακρίνουν είναι αυτή. 4 Μήπως δεν έχουμε εξουσία να φάμε και να πιούμε; 5 Μήπως δεν έχουμε εξουσία να περιφέρουμε αδελφή γυναίκα όπως και οι λοιποί απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς; 6 Ή μόνος εγώ και ο Βαρνάβας δεν έχουμε εξουσία να μην εργαζόμαστε; 7 Ποιος στρατεύεται με δικά του έξοδα ποτέ; Ποιος φυτεύει αμπελώνα και τον καρπό του δεν τρώει; Ή ποιος ποιμαίνει ποίμνιο και από το γάλα του ποιμνίου δεν τρώει; 8 Μήπως κατά ανθρώπινο τρόπο αυτά μιλώ ή και ο νόμος δε λέει αυτά; 9 Γιατί μέσα στο νόμο του Μωυσή είναι γραμμένο: Δε θα φιμώσεις βόδι που αλωνίζει. Μήπως μόνο για τα βόδια μέλει το Θεό 10 ή εννοεί πάντως και για μας; Για μας, βεβαίως, γράφτηκε, γιατί οφείλει όποιος οργώνει να οργώνει με ελπίδα, και όποιος αλωνίζει να έχει ελπίδα στο να μετέχει. 11 Αν εμείς σ’ εσάς σπείραμε τα πνευματικά, είναι μεγάλο πράγμα αν εμείς θερίσουμε τα δικά σας υλικά; 12 Αν άλλοι μετέχουν σε αυτήν την εξουσία πάνω σας, δεν πρέπει περισσότερο εμείς; Αλλά δε χρησιμοποιήσαμε την εξουσία αυτή, αλλά τα πάντα ανεχόμαστε, για να μη δώσουμε κανένα εμπόδιο στο ευαγγέλιο του Χριστού. 13 Δεν ξέρετε ότι οι εργαζόμενοι στα ιερά πράγματα τρώνε από τα προσφερόμενα στο ναό, και αυτοί που μένουν συνεχώς δίπλα στο θυσιαστήριο παίρνουν μέρος από αυτά που προσφέρονται στο θυσιαστήριο; 14 Έτσι και ο Κύριος διέταξε γι’ αυτούς που αναγγέλλουν το ευαγγέλιο να ζουν από το ευαγγέλιο. 15 Εγώ όμως δεν έχω χρησιμοποιήσει κανένα από αυτά τα δικαιώματα. Και δεν έγραψα αυτά, για να γίνει έτσι σ’ εμένα· γιατί καλό είναι για μένα μάλλον να πεθάνω παρά... – το καύχημά μου κανείς δε θα κενώσει. 16 Γιατί αν ευαγγελίζω, δεν έχω καύχημα· επειδή ως ανάγκη μού επιβάλλεται. Γιατί αλίμονο σ’ εμένα αν δεν ευαγγελίσω. 17 Γιατί αν εκούσια αυτό το πράττω, έχω μισθό· αν όμως ακούσια, μου έχουν εμπιστευτεί οικονομία. 18 Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; Να θέσω αδάπανο το ευαγγέλιο, όταν ευαγγελίζω, για να μην καταχραστώ την εξουσία μου στο ευαγγέλιο. 19 Γιατί, ενώ είμαι ελεύθερος από όλους, σε όλους δούλωσα τον εαυτό μου, για να κερδίσω τους περισσότερους. 20 Και έγινα στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος, για να κερδίσω τους Ιουδαίους. Σ’ αυτούς που είναι κάτω από νόμο σαν να είμαι κάτω από νόμο, ενώ δεν είμαι ο ίδιος κάτω από νόμο, για να κερδίσω αυτούς που είναι κάτω από το νόμο. 21 Σ’ αυτούς που είναι χωρίς νόμο σαν να είμαι χωρίς νόμο, ενώ δεν είμαι του Θεού χωρίς νόμο, αλλά του Χριστού μέσα στο νόμο, για να κερδίσω αυτούς που είναι χωρίς νόμο. 22 Έγινα ασθενής στους ασθενείς ως προς την πίστη, για να κερδίσω τους ασθενείς. Σε όλους έχω γίνει όλα, για να σώσω με κάθε τρόπο μερικούς. 23 Και όλα τα κάνω για χάρη τού ευαγγελίου, για να γίνω συμμέτοχος αυτού. 24 Δεν ξέρετε ότι όσοι τρέχουν στο στάδιο, όλοι βέβαια τρέχουν, αλλά ένας λαβαίνει το βραβείο; Έτσι να τρέχετε, ώστε να το κατακτήσετε. 25 Καθένας λοιπόν που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα, εκείνοι, βέβαια, για να λάβουν φθαρτό στέφανο, εμείς όμως άφθαρτο. 26 Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω: όχι σαν να τρέχω αβέβαια· έτσι πυγμαχώ: όχι σαν να δέρνω τον αέρα. 27 Αλλά καταπιέζω το σώμα μου και το δουλαγωγώ, μήπως, ενώ σε άλλους κήρυξα, εγώ ο ίδιος γίνω αδόκιμος.