Выбрать главу
Θεραπεία πολλών αρρώστων
(Μτ. 8:14-17, Λκ. 4:38-41)

29 Και ευθύς από τη συναγωγή μόλις εξήλθαν, ήρθαν στην οικία του Σίμωνα και του Ανδρέα, μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. 30 Η πεθερά, όμως, του Σίμωνα ήταν κατάκοιτη με πυρετό· και ευθύς του λένε γι’ αυτήν. 31 Και πλησίασε και τη σήκωσε, αφού την κράτησε από το χέρι· και την άφησε ο πυρετός και τους διακονούσε. 32 Όταν λοιπόν βράδιασε, όταν έδυσε ο ήλιος, έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση και τους δαιμονισμένους. 33 Και ήταν όλη η πόλη συναγμένη στο ίδιο μέρος μπροστά στη θύρα. 34 Και θεράπευσε πολλούς που ήταν σε κακή κατάσταση από ποικίλες νόσους, και έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφηνε να μιλούν τα δαιμόνια, γιατί τον ήξεραν.

Ο Ιησούς περιοδεύει κηρύττοντας
(Λκ. 4:42-44)

35 Και το πρωί, μέσα σε πολύ βαθιά νύχτα, αφού σηκώθηκε, εξήλθε και πήγε σε έρημο τόπο, κι εκεί προσευχόταν. 36 Και έτρεξε πίσω του ο Σίμωνας και όσοι ήταν μαζί του, 37 και τον βρήκαν και του λένε: «Όλοι σε ζητούν». 38 Και τους λέει: «Ας πηγαίνουμε αλλού, στις γειτονικές κωμοπόλεις, για να κηρύξω και εκεί· γιατί γι’ αυτό εξήλθα». 39 Και ήρθε κηρύττοντας στις συναγωγές τους σε όλη τη Γαλιλαία και βγάζοντας τα δαιμόνια.

Ο καθαρισμός ενός λεπρού
( Μτ. 8:1-4, Λκ. 5:12-16)

40 Και έρχεται προς αυτόν ένας λεπρός, παρακαλώντας τον γονατιστός και λέγοντάς του: «Αν θέλεις, δύνασαι να με καθαρίσεις». 41 Και επειδή τον σπλαχνίστηκε, εξέτεινε το χέρι του, τον άγγιξε και του λέει: «Θέλω, καθαρίσου». 42 Και ευθύς έφυγε από αυτόν η λέπρα και καθαρίστηκε. 43 Και τότε του μίλησε αυστηρά και ευθύς τον έβγαλε έξω 44 και του λέει: «Κοίτα να μην πεις τίποτα σε κανέναν, αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου αυτά που πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία σ’ αυτούς». 45 Εκείνος, όταν εξήλθε, άρχισε να διακηρύττει πολλά και να διαφημίζει το γεγονός, ώστε αυτός να μη δύναται πια να εισέλθει σε καμιά πόλη φανερά, αλλά ήταν έξω σε έρημους τόπους· και έρχονταν προς αυτόν από παντού.

Κεφάλαιον 2

Η θεραπεία ενός παράλυτου
(Μτ. 9:1-8, Λκ. 5:17-26)

1 Και όταν εισήλθε πάλι στην Καπερναούμ ύστερα από μερικές ημέρες, ακούστηκε ότι είναι μέσα σ’ έναν οίκο. 2 Και συνάχτηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν πια μήτε στα μέρη μπροστά στη θύρα· και τους μιλούσε το λόγο του Θεού. 3 Και έρχονται φέρνοντας προς αυτόν έναν παράλυτο που τον σήκωναν τέσσερις. 4 Και επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν προς αυτόν εξαιτίας του πλήθους, αφαίρεσαν τη στέγη της οικίας όπου ήταν και, αφού έκαναν άνοιγμα, κατεβάζουν το κρεβάτι όπου ο παράλυτος ήταν κατάκοιτος. 5 Και όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Τέκνο μου, σου αφήνονται οι αμαρτίες». 6 Ήταν τότε μερικοί από τους γραμματείς εκεί, που κάθονταν και διαλογίζονταν μέσα στις καρδιές τους: 7 «Γιατί αυτός έτσι μιλάει; Βλαστημά. Ποιος δύναται να αφήνει αμαρτίες παρά μόνο ένας, ο Θεός;» 8 Και ευθύς, επειδή κατάλαβε καλά ο Ιησούς στο πνεύμα του ότι έτσι διαλογίζονται μέσα τους, τους λέει: «Γιατί διαλογίζεστε αυτά μέσα στις καρδιές σας; 9 Τι είναι ευκολότερο, να πω στον παράλυτο: “Σου αφήνονται οι αμαρτίες”, ή να πω: “Σήκω και πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα”; 10 Αλλά για να μάθετε ότι εξουσία έχει ο Υιός του ανθρώπου να αφήνει αμαρτίες πάνω στη γη» – λέει στον παράλυτο: 11 «Σου λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στον οίκο σου». 12 Και εκείνος σηκώθηκε και ευθύς πήρε το κρεβάτι του και εξήλθε από την οικία μπροστά σε όλους, ώστε να μένουν εκστατικοί όλοι και να δοξάζουν το Θεό λέγοντας: «Έτσι δεν είδαμε ποτέ!»