Выбрать главу
Ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων
(Μτ. 14:13-21, Λκ. 9:10-17, Ιν. 6:1-14)

30 Και συνάζονται οι απόστολοι κοντά στον Ιησού και του ανάγγειλαν όλα όσα έκαναν και όσα δίδαξαν. 31 Και τους λέει: «Ελάτε εσείς οι ίδιοι ιδιαιτέρως σε έρημο τόπο και αναπαυτείτε λίγο». Γιατί ήταν πολλοί αυτοί που πηγαινοέρχονταν, και ούτε να φάνε δεν ευκαιρούσαν. 32 Και έφυγαν με το πλοίο σε έρημο τόπο ιδιαιτέρως. 33 Και τους είδαν να πηγαίνουν και τους αναγνώρισαν πολλοί, και μαζί έτρεξαν εκεί πεζή από όλες τις πόλεις, και ήρθαν πριν από αυτούς. 34 Και όταν εξήλθε, είδε πολύ πλήθος και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα, και άρχισε να τους διδάσκει πολλά. 35 Και όταν ήδη είχε περάσει πολλή ώρα, αφού τον πλησίασαν οι μαθητές του, έλεγαν: «Ο τόπος είναι έρημος και ήδη πολλή ώρα έχει περάσει. 36 Απόλυσέ τους, για να πάνε στους γύρω αγρούς και στα χωριά και να αγοράσουν για τους εαυτούς τους κάτι να φάνε». 37 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Και του λένε: «Να φύγουμε και να αγοράσουμε άρτους αξίας διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;» 38 Εκείνος τους απαντάει: «Πόσους άρτους έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Και αφού το έμαθαν, του λένε: «Πέντε, και δύο ψάρια». 39 Και τους διέταξε να ξαπλώσουν όλοι ομάδες ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι. 40 Και ξάπλωσαν παρέες παρέες από εκατό και από πενήντα άτομα. 41 Και αφού έλαβε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, σήκωσε πάνω το βλέμμα στον ουρανό, ευλόγησε το Θεό και κατέκοψε τους άρτους με τα χέρια και τα έδινε στους μαθητές του, για να τα παραθέσουν σ’ αυτούς· και τα δύο ψάρια τα μοίρασε σε όλους. 42 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν, 43 και σήκωσαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα από κομμάτια, και από τα ψάρια. 44 Και αυτοί που έφαγαν τους άρτους ήταν πέντε χιλιάδες άντρες.

Ο Ιησούς περπατά στο νερό
(Μτ. 14:22-33, Ιν. 6:15-21)

45 Και ευθύς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν από αυτόν στην όχθη αντίπερα, στη Βηθσαϊδά, ωσότου αυτός να απολύσει το πλήθος. 46 Και αφού τους αποχαιρέτησε, έφυγε στο όρος για να προσευχηθεί. 47 Και όταν βράδιασε, ήταν το πλοίο στο μέσο της λίμνης και αυτός μόνος του στην ξηρά. 48 Και όταν τους είδε να βασανίζονται, ενώ κωπηλατούσαν, γιατί ήταν ο άνεμος ενάντιος σε αυτούς, έρχεται προς αυτούς κατά τα ξημερώματα περπατώντας πάνω στη λίμνη και ήθελε να τους προσπεράσει. 49 Εκείνοι, επειδή τον είδαν πάνω στη λίμνη να περπατάει, νόμισαν ότι είναι φάντασμα και έκραξαν δυνατά. 50 Γιατί όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Εκείνος ευθύς μίλησε μαζί τους και τους λέει: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι· μη φοβάστε». 51 Και ανέβηκε κοντά τους στο πλοίο και κόπασε ο άνεμος· και πολύ περισσότερο μέσα τους έμεναν εκστατικοί. 52 Γιατί δεν είχαν καταλάβει ό,τι έγινε με τους άρτους, αλλά ήταν η καρδιά τους πωρωμένη.

Η θεραπεία των αρρώστων στη Γεννησαρέτ