31 Και πάλι εξήλθε από τα όρια της Τύρου και ήρθε διαμέσου της Σιδώνας στη λίμνη της Γαλιλαίας, περνώντας μέσα από τα όρια της Δεκάπολης. 32 Και του φέρνουν έναν κουφό και που με δυσκολία μιλούσε και τον παρακαλούν να επιθέσει σ’ αυτόν το χέρι. 33 Και τον πήρε κατά μέρος, μακριά από το πλήθος ιδιαιτέρως, έβαλε τα δάχτυλά του στα αυτιά του και, αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του. 34 Και αφού σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό, στέναξε και του λέει: «Εφφαθα», που σημαίνει: “Ανοίξου εντελώς”. 35 Και αμέσως ανοίχτηκαν τα αυτιά του και λύθηκε το δέσιμο της γλώσσας του και μιλούσε ορθά. 36 Και τους παράγγειλε να μην το λένε σε κανέναν. Αλλά όσο τους το παράγγελλε, τόσο αυτοί το διακήρυτταν περισσότερο. 37 Και εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας: «Όλα καλά τα έχει κάνει· και τους κουφούς τους κάνει να ακούν και τους άλαλους να λαλούν».
Κεφάλαιον 8
1 Εκείνες τις ημέρες, επειδή πάλι ήταν πολύ πλήθος και δεν είχαν τι να φάνε, προσκάλεσε τους μαθητές και τους λέει: 2 «Σπλαχνίζομαι το πλήθος, γιατί ήδη τρεις ημέρες μένουν κοντά μου και δεν έχουν τι να φάνε. 3 Και αν τους απολύσω νηστικούς για τον οίκο τους, θα εξαντληθούν κατά το δρόμο. Και μάλιστα μερικοί από αυτούς έχουν έρθει από μακριά». 4 Και του αποκρίθηκαν οι μαθητές του: «Από πού θα δυνηθεί κανείς να χορτάσει με άρτους τούτους εδώ στην ερημιά;» 5 Και τους ρωτούσε: «Πόσους άρτους έχετε;» Εκείνοι είπαν: «Εφτά». 6 Και παραγγέλλει στο πλήθος να ξαπλώσει πάνω στη γη. Και αφού έλαβε τους εφτά άρτους και ευχαρίστησε το Θεό, τους έκοψε με τα χέρια και έδινε στους μαθητές του για να τους παραθέτουν, και τους παράθεσαν στο πλήθος. 7 Και είχαν λίγα ψαράκια. Και αφού τα ευλόγησε, είπε και αυτά να παραθέσουν. 8 Και έφαγαν και χόρτασαν, και σήκωσαν περισσεύματα κομματιών, εφτά μεγάλα καλάθια. 9 Και ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες. Και μετά τους απόλυσε. 10 Και ευθύς μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και ήρθε στα μέρη Δαλμανουθά.
11 Και εξήλθαν οι Φαρισαίοι και άρχισαν να συζητούν με αυτόν, ζητώντας από αυτόν κάποιο σημείο από τον ουρανό, για να τον πειράξουν. 12 Και αφού αναστέναξε με το πνεύμα του, λέει: «Γιατί η γενιά αυτή ζητά σημείο; Αλήθεια σας λέω, δε θα δοθεί στη γενιά αυτή σημείο». 13 Και τους άφησε, πάλι μπήκε στο πλοίο και έφυγε στην αντίπερα όχθη.
14 Και ξέχασαν να λάβουν άρτους, και δεν είχαν μαζί τους παρά μόνο έναν άρτο στο πλοίο. 15 Και τους παράγγελλε λέγοντας: «Κοιτάτε, προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και από το προζύμι του Ηρώδη». 16 Και αυτοί διαλογίζονταν μεταξύ τους ότι δεν έχουν άρτους. 17 Και επειδή το κατάλαβε, τους λέει: «Τι διαλογίζεστε ότι δεν έχετε άρτους; Ακόμα δε νοείτε ούτε καταλαβαίνετε; Πωρωμένη έχετε την καρδιά σας; 18 Οφθαλμούς αν και έχετε δε βλέπετε, και αυτιά αν και έχετε δεν ακούτε; Και δε θυμάστε, 19 όταν τους πέντε άρτους έκοψα με τα χέρια στους πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια σηκώσατε γεμάτα με κομμάτια;» Του λένε: «Δώδεκα». 20 «Όταν έκοψα τους εφτά άρτους στους τέσσερις χιλιάδες, πόσα μεγάλα καλάθια σηκώσατε γεμάτα κομμάτια;» Και του λένε: «Εφτά». 21 Και τους έλεγε: «Ακόμα δεν καταλαβαίνετε;»
22 Και έρχονται στη Βηθσαϊδά. Και του φέρνουν έναν τυφλό και τον παρακαλούν να τον αγγίξει. 23 Και έπιασε το χέρι του τυφλού και τον έφερε έξω από το χωριό και, αφού έφτυσε στα μάτια του, επέθεσε τα χέρια σ’ αυτόν και τον ρωτούσε: «Βλέπεις τίποτα;» 24 Κι εκείνος είδε προς τα πάνω και έλεγε: «Βλέπω τους ανθρώπους· σαν δέντρα τους βλέπω να περπατούν». 25 Έπειτα πάλι έθεσε τα χέρια του πάνω στους οφθαλμούς του, και είδε καθαρά και η όρασή του αποκαταστάθηκε και τα έβλεπε όλα με ευκρίνεια μακριά. 26 Και τον απέστειλε στον οίκο του λέγοντας: «Μήτε στο χωριό να μην εισέλθεις».