27 Και εξήλθαν ο Ιησούς και οι μαθητές του στα χωριά της Καισάρειας του Φιλίππου. Και στο δρόμο ρωτούσε τους μαθητές του και τους έλεγε: «Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είμαι;» 28 Εκείνοι του απάντησαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, και άλλοι ο Ηλίας, άλλοι πάλι ότι είσαι ένας από τους προφήτες». 29 Και αυτός τους ρωτούσε: «Κι εσείς ποιος λέτε πως είμαι;» Αποκρίθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Εσύ είσαι ο Χριστός». 30 Και τότε τους επιτίμησε, για να μη λένε σε κανέναν γι’ αυτό.
31 Και άρχισε να τους διδάσκει ότι ο Υιός του ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και από τους γραμματείς, και να σκοτωθεί και μετά τρεις ημέρες να αναστηθεί. 32 Και με παρρησία μιλούσε το λόγο. Και αφού ο Πέτρος τον πήρε κατά μέρος, άρχισε να τον επιτιμά. 33 Εκείνος, αφού στράφηκε πίσω και είδε τους μαθητές του, επιτίμησε τον Πέτρο και λέει: «Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί δε φρονείς τα πράγματα του Θεού, αλλά τα πράγματα των ανθρώπων». 34 Και τότε προσκάλεσε το πλήθος μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Αν κάποιος θέλει να με ακολουθεί πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. 35 Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου θα τη σώσει. 36 Γιατί τι ωφελεί τον άνθρωπο να κερδίσει όλο τον κόσμο αλλά να ζημιωθεί την ψυχή του; 37 Γιατί τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του; 38 Γιατί όποιος ντραπεί εμένα και τους δικούς μου λόγους μέσα σ’ αυτήν τη γενιά τη μοιχαλίδα και αμαρτωλή, και ο Υιός του ανθρώπου θα ντραπεί γι’ αυτόν, όταν έρθει μέσα στη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους άγιους αγγέλους».
Κεφάλαιον 9
1 Και τους έλεγε: «Αλήθεια σας λέω ότι υπάρχουν μερικοί εδώ από αυτούς που έχουν σταθεί οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη».
2 Και μετά έξι ημέρες παραλαβαίνει ο Ιησούς τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει μόνους ιδιαιτέρως πάνω σ’ ένα όρος ψηλό. Και μεταμορφώθηκε μπροστά τους, 3 και τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, πάρα πολύ λευκά, τέτοια που βαφέας πάνω στη γη δε δύναται να τα λευκάνει έτσι. 4 Και φανερώθηκε σ’ αυτούς ο Ηλίας μαζί με το Μωυσή και συνομιλούσαν με τον Ιησού. 5 Και έλαβε το λόγο ο Πέτρος και λέει στον Ιησού: «Ραβί, είναι καλό για μας να είμαστε εδώ· ας κάνουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μία για σένα και μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία». 6 Γιατί δεν ήξερε τι να μιλήσει, επειδή ήταν καταφοβισμένοι. 7 Τότε ήρθε μια νεφέλη που τους επισκίαζε, και ήρθε μια φωνή από τη νεφέλη: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, ακούτε αυτόν». 8 Και ξαφνικά, όταν είδαν τριγύρω, δεν είδαν πια κανέναν, αλλά μόνο τον Ιησού μαζί τους. 9 Και ενώ αυτοί κατέβαιναν από το όρος, τους διέταξε να μη διηγηθούν σε κανέναν όσα είδαν, παρά μόνο όταν ο Υιός του ανθρώπου αναστηθεί από τους νεκρούς. 10 Και αυτόν το λόγο τον κράτησαν μεταξύ τους, συζητώντας τι σημαίνει το να αναστηθεί κανείς από τους νεκρούς. 11 Και τον επερωτούσαν λέγοντας: «Γιατί λένε οι γραμματείς ότι ο Ηλίας πρέπει να έρθει πρώτα;» 12 Εκείνος τους είπε: «Ο Ηλίας, βέβαια, αφού έρθει πρώτα, θα τα αποκαταστήσει όλα. Και πώς είναι γραμμένο για τον Υιό του ανθρώπου ότι πολλά πρέπει να πάθει και να εξουθενωθεί; 13 Αλλά σας λέω ότι και ο Ηλίας έχει έρθει και του έκαναν όσα ήθελαν, καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν».
14 Και όταν ήρθαν προς τους άλλους μαθητές, είδαν πολύ πλήθος γύρω τους και γραμματείς να συζητούν με αυτούς. 15 Και ευθύς όλο το πλήθος, όταν τον είδαν, έμειναν έκθαμβοι και τον χαιρετούσαν τρέχοντας προς αυτόν. 16 Και τους ρώτησε: «Τι συζητάτε με αυτούς;» 17 Και του αποκρίθηκε ένας από το πλήθος: «Δάσκαλε, έφερα το γιο μου προς εσένα, που έχει πνεύμα άλαλο. 18 Και όπου τον κατακυριέψει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται. Και είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν». 19 Εκείνος τους αποκρίθηκε και λέει: «Ω γενιά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε τον προς εμένα». 20 Και τον έφεραν προς αυτόν. Και όταν τον είδε το πνεύμα, ευθύς τον σπάραξε δυνατά και, αφού έπεσε στη γη, κυλιόταν αφρίζοντας. 21 Και ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του: «Πόσος χρόνος είναι που αυτό του έχει γίνει;» Εκείνος απάντησε: «Από την παιδική ηλικία. 22 Και πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά, για να τον σκοτώσει. Αλλά αν κάτι δύνασαι, βοήθησέ μας και σπλαχνίσου μας». 23 Τότε ο Ιησούς του είπε: «Λες το “αν δύνασαι”! Όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». 24 Ευθύς έκραξε ο πατέρας του παιδιού [με δάκρυα] και έλεγε: «Πιστεύω· βοήθα με στην απιστία». 25 Όταν είδε τότε ο Ιησούς ότι εκεί έτρεχε και μαζευόταν πλήθος, επιτίμησε το πνεύμα το ακάθαρτο λέγοντάς του: «Άλαλο και κουφό πνεύμα, εγώ σε διατάζω, έξελθε από αυτόν και μην εισέλθεις πια σ’ αυτόν». 26 Και αφού έκραξε και σπάραξε πολύ, εξήλθε. Και έγινε σαν νεκρός, ώστε οι περισσότεροι να λένε ότι πέθανε. 27 Αλλά ο Ιησούς, αφού κράτησε το χέρι του, τον σήκωσε και στάθηκε όρθιος. 28 Και όταν εισήλθε σ’ έναν οίκο, οι μαθητές του τον επερωτούσαν ιδιαιτέρως: «Γιατί εμείς δε δυνηθήκαμε να το βγάλουμε;» 29 Και τους είπε: «Αυτό το γένος δε δύναται να εξέλθει με τίποτα παρά μόνο με προσευχή [και νηστεία]».