38 Καθώς λοιπόν αυτοί προχωρούσαν, αυτός εισήλθε σε κάποιο χωριό. Κάποια γυναίκα, τότε, με το όνομα Μάρθα, τον υποδέχτηκε. 39 Και αυτή είχε μια αδελφή που την καλούσαν Μαριάμ, η οποία και κάθισε κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε το λόγο του. 40 Αλλά η Μάρθα ήταν απασχολημένη με πολλή διακονία. Στάθηκε τότε από πάνω και είπε: «Κύριε, δε σε μέλει που η αδελφή μου με εγκατέλειψε μόνη να διακονώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». 41 Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και θορυβείσαι για πολλά, 42 ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαριάμ, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί».
Κεφάλαιον 11
1 Και συνέβηκε, ενώ προσευχόταν σε κάποιον τόπο, μόλις έπαψε, να πει κάποιος από τους μαθητές του προς αυτόν: «Κύριε, δίδαξέ μας να προσευχόμαστε, καθώς και ο Ιωάννης δίδαξε στους μαθητές του». 2 Τους είπε τότε: «Όταν προσεύχεστε, λέγετε: “Πατέρα, ας αγιαστεί το όνομά σου· ας έρθει η βασιλεία σου. 3 Τον άρτο μας της ερχόμενης ημέρας δίνε μας καθημερινά. 4 Και άφησε από εμάς τις αμαρτίες μας, γιατί και εμείς οι ίδιοι αφήνουμε από καθέναν που μας οφείλει. Και μη μας φέρεις μέσα σε πειρασμό”». 5 Και είπε προς αυτούς: «Ποιος από εσάς θα έχει ένα φίλο και αν θα πορευτεί προς αυτόν μεσάνυχτα και του πει: “Φίλε, δάνεισέ μου τρεις άρτους, 6 επειδή ένας φίλος μου παρουσιάστηκε από το δρόμο προς εμένα και δεν έχω τι να του παραθέσω για φαγητό”, 7 τότε εκείνος από μέσα θα αποκριθεί και θα του πει: “Μη με ενοχλείς. Ήδη η θύρα είναι κλεισμένη και τα παιδιά μου μαζί μου είναι στο κρεβάτι. Δε δύναμαι να σηκωθώ και να σου δώσω”. 8 Σας λέω, αν και δεν του δώσει, αφού σηκωθεί, επειδή είναι φίλος του, βεβαίως όμως για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα χρειάζεται. 9 Κι εγώ σας λέω: ζητάτε και θα σας δοθεί, ερευνάτε και θα βρείτε, κρούετε και θα σας ανοιχτεί. 10 Γιατί καθένας που ζητά λαβαίνει και όποιος ερευνά βρίσκει και σ’ όποιον κρούει θα του ανοιχτεί. 11 Και σε ποιον από εσάς ο γιος θα ζητήσει από τον πατέρα του ψάρι, και αντί για ψάρι θα του δώσει φίδι; 12 Ή και αν ζητήσει αυγό, θα του δώσει σκορπιό; 13 Αν λοιπόν εσείς που είστε κακοί, ξέρετε να δίνετε στα παιδιά σας δοσίματα αγαθά, πόσο μάλλον ο Πατέρας που είναι από τον ουρανό θα δώσει Πνεύμα Άγιο σε όσους του ζητούν!»
14 Και κάποτε έβγαζε ένα δαιμόνιο· και αυτό ήταν κωφάλαλο. Συνέβηκε, λοιπόν, όταν εξήλθε το δαιμόνιο, να μιλήσει ο κωφάλαλος και θαύμασαν τα πλήθη. 15 Αλλά μερικοί από αυτούς είπαν: «Μέσω του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια». 16 Και άλλοι, για να τον πειράζουν, ζητούσαν από αυτόν κάποιο σημείο από τον ουρανό. 17 Αυτός, όμως, επειδή ήξερε τα διανοήματά τους, τους είπε: «Κάθε βασιλεία, όταν διαμεριστεί κατά του εαυτού της, ερημώνεται· και πέφτει ο οίκος που στρέφεται κατά του εαυτού του. 18 Αν λοιπόν και ο Σατανάς διαμερίστηκε κατά του εαυτού του, πώς θα σταθεί ή βασιλεία του; Γιατί λέτε ότι μέσω του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια. 19 Και αν εγώ μέσω του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια, οι πνευματικοί γιοι σας μέσω ποιανού τα βγάζουν; Γι’ αυτό, αυτοί θα είναι κριτές σας. 20 Αν όμως με δάχτυλο Θεού εγώ βγάζω τα δαιμόνια, άρα έφτασε σ’ εσάς η βασιλεία του Θεού. 21 Όταν ο ισχυρός άντρας φυλάει τη δική του αυλή πλήρως οπλισμένος, είναι σε ειρήνη τα υπάρχοντά του. 22 Όταν όμως ένας ισχυρότερος από αυτόν επέλθει και τον νικήσει, αφαιρεί την πανοπλία του πάνω στην οποία είχε πεποίθηση και διαμοιράζει τα λάφυρά του. 23 Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, και όποιος δε συνάζει μαζί μου σκορπίζει».
24 «Όταν το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από τον άνθρωπο, περνά μέσα από άνυδρους τόπους, ζητώντας ανάπαυση και, επειδή δε βρίσκει, τότε λέει: “Θα επιστρέψω στον οίκο μου απ’ όπου εξήλθα”. 25 Και όταν έρθει, τον βρίσκει σκουπισμένο και κοσμημένο. 26 Τότε πορεύεται και παραλαβαίνει άλλα εφτά πνεύματα χειρότερα από τον εαυτό του και, αφού εισέλθουν, κατοικούν εκεί. Και γίνεται η τελευταία κατάσταση εκείνου του ανθρώπου χειρότερη από την πρώτη».