14 Άκουγαν τότε όλα αυτά οι Φαρισαίοι, που ήταν φιλάργυροι, και τον περιγελούσαν. 15 Και είπε σ’ αυτούς: «Εσείς είστε που δικαιώνετε τους εαυτούς σας μπροστά στους ανθρώπους, αλλά ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας. Γιατί το υψηλό μεταξύ των ανθρώπων είναι βδέλυγμα μπροστά στο Θεό. 16 Ο νόμος και οι προφήτες ήταν μέχρι τον Ιωάννη· από τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται και καθένας θέλει να μπει σ’ αυτή με τη βία. 17 Ευκολότερο όμως είναι να παρέλθουν ο ουρανός και η γη παρά να πέσει μια κεραία του νόμου. 18 Καθένας που αποδιώχνει τη γυναίκα του και νυμφεύεται άλλη μοιχεύει, και αυτός που νυμφεύεται αποδιωγμένη από άντρα μοιχεύει».
19 «Κάποιος άνθρωπος, λοιπόν, ήταν πλούσιος, και ντυνόταν με πορφύρα και εκλεκτό λινό και ευφραινόταν κάθε ημέρα λαμπρά. 20 Ενώ κάποιος φτωχός με το όνομα Λάζαρος ήταν ριγμένος μπροστά στην πύλη του, έχοντας έλκη, 21 και επιθυμούσε να χορτάσει από αυτά που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου. Αλλά και τα σκυλιά έρχονταν και έγλειφαν πάνω στα έλκη του. 22 Συνέβηκε λοιπόν να πεθάνει ο φτωχός και να μεταφερθεί από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε κατόπιν και ο πλούσιος και τάφηκε. 23 Και μέσα στον άδη σήκωσε τα μάτια του, ενώ βρισκόταν σε βάσανα, και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και το Λάζαρο μέσα στην αγκαλιά του. 24 Και τότε αυτός φώναξε και είπε: “Πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε το Λάζαρο να βουτήξει το άκρο του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί πονώ υπερβολικά μέσα στη φλόγα αυτή”. 25 Είπε τότε ο Αβραάμ: “Τέκνο μου, θυμήσου ότι απόλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά· τώρα όμως εδώ παρηγοριέται, ενώ εσύ πονάς υπερβολικά. 26 Και επιπλέον σε όλα αυτά, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς είναι στηριγμένο μεγάλο χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να διαβούν από εδώ προς εσάς να μη δύνανται να το κάνουν, μήτε από εκεί προς εμάς να διαπερνούν”. 27 Είπε τότε: “Σε παρακαλώ, λοιπόν, πατέρα, να τον στείλεις στον οίκο του πατέρα μου, 28 γιατί έχω πέντε αδελφούς, για να τα διαβεβαιώνει σ’ αυτούς, ώστε να μην έρθουν και αυτοί στον τόπο τούτο του βασάνου”. 29 Λέει λοιπόν ο Αβραάμ: “Έχουν το Μωυσή και τους προφήτες· ας ακούσουν αυτούς”. 30 Εκείνος είπε: “Όχι, πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πορευτεί προς αυτούς, θα μετανοήσουν”. 31 Είπε όμως σ’ αυτόν: “Αν δεν ακούν το Μωυσή και τους προφήτες, ούτε αν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί θα πειστούν”».
Κεφάλαιον 17
1 Είπε μάλιστα προς τους μαθητές του: «Αδύνατο είναι το να μην έρθουν τα σκάνδαλα, όμως αλίμονο σ’ αυτόν μέσω του οποίου έρχεται. 2 Είναι προτιμότερο γι’ αυτόν αν μυλόπετρα τοποθετηθεί γύρω από τον τράχηλό του και ριχτεί στη θάλασσα παρά να σκανδαλίσει έναν από τους μικρούς αυτούς. 3 Προσέχετε τους εαυτούς σας. Αν αμαρτήσει ο αδελφός σου, επιτίμησέ τον, και αν μετανοήσει, άφησέ του. 4 Και αν εφτά φορές την ημέρα αμαρτήσει σ’ εσένα και εφτά φορές επιστρέψει προς εσένα, λέγοντας: “Μετανοώ”, να του αφήσεις». 5 Και τότε είπαν οι απόστολοι στον Κύριο: «Πρόσθεσέ μας πίστη». 6 Είπε όμως ο Κύριος: «Αν έχετε πίστη σαν κόκκο σιναπιού, θα λέγατε στη συκαμινιά αυτή: “ Ξεριζώσου και φυτέψου μέσα στη θάλασσα” – και θα σας υπάκουε». 7 «Ποιος λοιπόν από εσάς, αν έχει δούλο που οργώνει ή βόσκει, όταν αυτός εισέλθει στην οικία από τον αγρό, θα του πει: “Αμέσως πέρασε και ξάπλωσε, για να φας”; 8 Αλλά αντίθετα δε θα του πει: “Ετοίμασε τι να δειπνήσω και ζώσου γύρω την ποδιά να με διακονείς, ωσότου φάω και πιω, και μετά από αυτά θα φας και θα πιεις εσύ”; 9 Μήπως έχει χάρη στο δούλο, επειδή έκανε αυτά που τον διέταξε; 10 Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα αυτά που σας διέταξαν, να λέτε: “Δούλοι άχρηστοι είμαστε· αυτό που οφείλαμε να κάνουμε έχουμε κάνει”».
11 Και καθώς πορευόταν στην Ιερουσαλήμ, συνέβηκε αυτός να περνά τότε διαμέσου της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας. 12 Και ενώ αυτός εισερχόταν σε κάποιο χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άντρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά. 13 Και αυτοί ύψωσαν τη φωνή τους, λέγοντας: «Ιησού επιστάτη, ελέησέ μας». 14 Και όταν είδε, τους είπε: «Πάτε και επιδείξτε τους εαυτούς σας στους ιερείς». Και ενώ αυτοί πήγαιναν, συνέβηκε να καθαριστούν. 15 Ένας τότε από αυτούς, όταν είδε ότι γιατρεύτηκε, επέστρεψε δοξάζοντας το Θεό με φωνή μεγάλη, 16 και έπεσε με το πρόσωπο δίπλα στα πόδια του ευχαριστώντας τον· και αυτός ήταν Σαμαρείτης. 17 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Δεν καθαρίστηκαν οι δέκα; Αλλά οι εννιά πού είναι; 18 Δε βρέθηκαν να επιστρέψουν, για να δώσουν δόξα στο Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;» 19 Και είπε σ’ αυτόν: «Σήκω και πήγαινε· η πίστη σου σε έχει σώσει».