9 Και περνώντας ο Ιησούς εκεί κοντά, είδε έναν άνθρωπο να κάθεται στο τελωνείο, που τον έλεγαν Ματθαίο, και του λέει: «Ακολούθα με». Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε. 10 Και τότε ιδού, συνέβηκε, ενώ αυτός ξάπλωνε, για να φάει μέσα στην οικία, να έρθουν πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί και να ξαπλώσουν, για να φάνε μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του. 11 Και όταν το είδαν οι Φαρισαίοι, έλεγαν στους μαθητές του: «Γιατί μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς τρώει ο δάσκαλός σας;» 12 Εκείνος, επειδή το άκουσε, είπε: «Δεν έχουν ανάγκη οι υγιείς από γιατρό, αλλά οι ασθενείς. 13 Πηγαίνετε, λοιπόν, και μάθετε τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία. Γιατί δεν ήρθα να καλέσω δίκαιους, αλλά αμαρτωλούς».
14 Τότε πλησιάζουν σ’ αυτόν οι μαθητές του Ιωάννη λέγοντας: «Γιατί εμείς και οι Φαρισαίοι νηστεύουμε πολύ, ενώ οι μαθητές σου δε νηστεύουν;» 15 Και τους είπε ο Ιησούς: «Μήπως δύνανται οι καλεσμένοι στο γάμο να πενθούν, εφόσον μαζί τους είναι ο γαμπρός; Θα έρθουν όμως ημέρες, όταν αφαιρεθεί από αυτούς ο γαμπρός, και τότε θα νηστέψουν. 16 Και κανείς δε βάζει μπάλωμα από ασυρρίκνωτο καινούργιο ύφασμα πάνω σε ρούχο παλιό. Γιατί τραβάει το συμπλήρωμά του το ρούχο, και χειρότερο σχίσιμο γίνεται. 17 Ούτε βάζουν κρασί νέο σε ασκιά παλιά. Ειδεμή, σπάζουν βέβαια τα ασκιά, και το κρασί χύνεται έξω και τα ασκιά χάνονται. Αλλά κρασί νέο βάζουν σε ασκιά καινούργια, και έτσι και τα δύο συντηρούνται».
18 Αυτά ενώ τους έλεγε, ιδού, ένας άρχοντας ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Η θυγατέρα μου πριν από λίγο πέθανε. Αλλά έλα και θέσε το χέρι σου πάνω της και θα ζήσει». 19 Τότε σηκώθηκε ο Ιησούς και τον ακολούθησε και μαζί οι μαθητές του. 20 Και ιδού, μια γυναίκα που αιμορραγούσε δώδεκα έτη, αφού πλησίασε από πίσω του, άγγιξε το κράσπεδο του ρούχου του. 21 Γιατί έλεγε μέσα της: «Αν μόνο αγγίξω το ρούχο του, θα σωθώ». 22 Και ο Ιησούς, αφού στράφηκε και την είδε, είπε: «Έχε θάρρος θυγατέρα μου· η πίστη σου σε έχει σώσει». Και σώθηκε η γυναίκα από την ώρα εκείνη. 23 Και ο Ιησούς ήρθε στην οικία του άρχοντα και, όταν είδε τους αυλητές και το πλήθος να θορυβεί, 24 έλεγε: «Αναχωρείτε, γιατί δεν πέθανε το κοριτσάκι αλλά κοιμάται». Και τον περιγελούσαν. 25 Όταν λοιπόν βγήκε έξω το πλήθος, εισήλθε και κράτησε το χέρι της, και σηκώθηκε το κοριτσάκι. 26 Και εξήλθε η φήμη αυτή σε όλη εκείνη την περιοχή.
27 Και καθώς περνούσε από εκεί ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντας και λέγοντας: «Ελέησέ μας, γιε του Δαβίδ». 28 Και όταν ήρθε στην οικία, πλησίασαν σε αυτόν οι τυφλοί και τους λέει ο Ιησούς: «Πιστεύετε ότι δύναμαι αυτό να το κάνω;» Του λένε: «Ναι, Κύριε». 29 Τότε άγγιξε τους οφθαλμούς τους λέγοντας: «Κατά την πίστη σας ας γίνει σ’ εσάς». 30 Και ανοίχτηκαν οι οφθαλμοί τους. Τότε τους μίλησε αυστηρά ο Ιησούς λέγοντας: «Κοιτάτε κανείς να μην το μάθει». 31 Αυτοί, όταν εξήλθαν από την οικία, τον διαφήμισαν σε όλη την περιοχή εκείνη.
32 Και ενώ αυτοί εξέρχονταν, ιδού, έφεραν προς αυτόν έναν άνθρωπο κωφάλαλο δαιμονισμένο. 33 Και όταν βγήκε το δαιμόνιο, μίλησε ο κωφάλαλος. Και θαύμασαν τα πλήθη λέγοντας: «Ποτέ δε φάνηκε έτσι, στο λαό Ισραήλ!» 34 Αλλά οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μέσω του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια».