7 Και ήρθε η ημέρα των αζύμων, κατά την οποία έπρεπε να θυσιάσουν το Πάσχα· 8 και έστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, λέγοντας: Πηγαίνετε να μας ετοιμάσετε το Πάσχα, για να φάμε. 9 Και εκείνοι είπαν σ' αυτόν: Πού θέλεις να ετοιμάσουμε; 10 Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Δέστε, όταν μπείτε μέσα στην πόλη θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος βαστάζοντας ένα σταμνί με νερό· ακολουθήστε τον μέσα στο σπίτι όπου μπαίνει· 11 και θα πείτε στον οικοδεσπότη τού σπιτιού: Ο δάσκαλος λέει σε σένα: Πού είναι το κατάλυμα, όπου θα φάω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου; 12 Και εκείνος θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγειο στρωμένο· εκεί ετοιμάστε. 13 Και όταν πήγαν, βρήκαν όπως τους είχε πει· και ετοίμασαν το Πάσχα.
14 Και όταν ήρθε η ώρα, κάθησε στο τραπέζι, και οι δώδεκα απόστολοι μαζί του. 15 Και τους είπε: Πολύ επιθύμησα να φάω με σας αυτό το Πάσχα, προτού να πάθω· 16 επειδή, σας λέω ότι δεν θα φάω πλέον απ' αυτό μέχρις ότου εκπληρωθεί στη βασιλεία τού Θεού. 17 Και αφού πήρε το ποτήρι, ευχαρίστησε και είπε: Λάβετε τούτο και διαμοιράστε ο ένας στον άλλον· 18 επειδή, σας λέω, ότι δεν θα πιω από το γέννημα της αμπέλου, μέχρις ότου έρθει η βασιλεία τού Θεού. 19 Και παίρνοντας άρτον, αφού ευχαρίστησε, έκοψε, και έδωσε σ' αυτούς, λέγοντας: Τούτο είναι το σώμα μου, που δίνεται για σας· αυτό να το κάνετε στη δική μου ανάμνηση. 20 Παρόμοια και το ποτήρι, αφού δείπνησαν, λέγοντας: Τούτο το ποτήρι είναι η καινούργια διαθήκη με βάση το αίμα μου, που χύνεται για σας. 21 Πλην, δέστε, το χέρι εκείνου που με παραδίνει είναι μαζί μου επάνω στο τραπέζι. 22 Και ο μεν Υιός τού ανθρώπου πηγαίνει σύμφωνα με το ορισμένο· όμως, αλλοίμονο σ' εκείνον τον άνθρωπο, διαμέσου του οποίου παραδίνεται. 23 Κι αυτοί άρχισαν να συζητούν ο ένας με τον άλλον, το ποιος τάχα απ' αυτούς ήταν που επρόκειτο να το κάνει αυτό.
24 Έγινε και φιλονικία αναμεταξύ τους για το ποιος απ' αυτούς θεωρείται ότι είναι ο μεγαλύτερος. 25 Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Οι βασιλιάδες των εθνών τα κυριεύουν· κι αυτοί που τα εξουσιάζουν ονομάζονται ευεργέτες. 26 Εσείς, όμως, όχι έτσι· αλλά, ο μεγαλύτερος μεταξύ σας, ας γίνει όπως ο μικρότερος· και ο προϊστάμενος όπως αυτός που υπηρετεί. 27 Επειδή, ποιος είναι μεγαλύτερος, αυτός που κάθεται στο τραπέζι ή αυτός που υπηρετεί; Όχι αυτός που κάθεται; Εγώ, όμως, είμαι ανάμεσά σας όπως αυτός που υπηρετεί. 28 Κι εσείς είστε αυτοί που διαμείνατε μαζί μου στους πειρασμούς μου· 29 γι' αυτό, εγώ σας ετοιμάζω βασιλεία, όπως ο πατέρας μου ετοίμασε σε μένα, 30 για να τρώτε και να πίνετε επάνω στο τραπέζι μου μέσα στη βασιλεία μου· και να καθήσετε επάνω σε θρόνους, κρίνοντας τις δώδεκα φυλές τού Ισραήλ.
31 Και ο Κύριος είπε: Σίμωνα, Σίμωνα, δες, ο σατανάς σάς ζήτησε, για να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι. 32 Πλην, εγώ δεήθηκα για σένα για να μη εκλείψει η πίστη σου· κι εσύ, όταν κάποτε επιστρέψεις, στήριξε τους αδελφούς σου. 33 Και εκείνος είπε σ' αυτόν: Κύριε, είμαι έτοιμος να πάω μαζί σου και στη φυλακή και στον θάνατο. 34 Και εκείνος είπε: Σε σένα λέω, Πέτρο, σήμερα ο πετεινός δεν θα λαλήσει, πριν με απαρνηθείς τρεις φορές ότι δεν με γνωρίζεις.
35 Και τους είπε: Όταν σας έστειλα χωρίς βαλάντιο και ταγάρι και υποδήματα, μήπως στερηθήκατε κάτι; Και εκείνοι είπαν: Τίποτε. 36 Τους είπε, λοιπόν: Τώρα, όμως, όποιος έχει βαλάντιο, ας το πάρει μαζί του· παρόμοια και ταγάρι· και όποιος δεν έχει, ας πουλήσει το ιμάτιό του, και ας αγοράσει μάχαιρα. 37 Επειδή, σας λέω ότι ακόμα και τούτο το γραμμένο, πρέπει να γίνει σε μένα, το: «Και λογαριάστηκε μαζί με ανόμους»· επειδή, τα γραμμένα για μένα παίρνουν τέλος. 38 Και εκείνοι είπαν: Κύριε, δες, δύο μάχαιρες εδώ. Και εκείνος τούς είπε: Είναι αρκετό.
39 Και καθώς βγήκε έξω, πήγε, σύμφωνα με τη συνήθειά του, στο βουνό των Ελαιών· τον ακολούθησαν δε και οι μαθητές του. 40 Και όταν ήρθε στον τόπο, είπε σ' αυτούς: Προσεύχεστε για να μη μπείτε σε πειρασμό. 41 Κι αυτός χωρίστηκε απ' αυτούς σε απόσταση περίπου βολής μιας πέτρας, και αφού γονάτισε, προσευχόταν, 42 λέγοντας: Πατέρα, αν θέλεις, να απομακρύνεις από μένα τούτο το ποτήρι· όμως, όχι το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου ας γίνει. 43 Και φάνηκε σ' αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό ενισχύοντάς τον. 44 Και καθώς ήρθε σε αγωνία, προσευχόταν πιο θερμά. Έγινε, μάλιστα, ο ιδρώτας του σαν θρόμβοι αίματος που κατέβαιναν στη γη. 45 Και όταν σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε στους μαθητές του, και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη. 46 Και τους είπε: Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε σε πειρασμό.