28 Και όταν τα είπε αυτά, πήγε και φώναξε κρυφά την αδελφή της, τη Μαρία, και είπε: Ήρθε ο δάσκαλος, και σε φωνάζει. 29 Εκείνη, καθώς το άκουσε, σηκώνεται γρήγορα και έρχεται σ' αυτόν. 30 (Ο Ιησούς δεν είχε έρθει ακόμα στην κωμόπολη, αλλά ήταν στον τόπο όπου τον προϋπάντησε η Μάρθα). 31 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήσαν μαζί της μέσα στο σπίτι, και την παρηγορούσαν, βλέποντας τη Μαρία ότι σηκώθηκε γρήγορα και βγήκε έξω, την ακολούθησαν, λέγοντας, ότι: Πηγαίνει στο μνήμα, για να κλάψει εκεί. 32 Η Μαρία, λοιπόν, καθώς ήρθε όπου ήταν ο Ιησούς, όταν τον είδε, έπεσε στα πόδια του, λέγοντας σ' αυτόν: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου. 33 Και ο Ιησούς, καθώς την είδε να κλαίει, και τους Ιουδαίους, που είχαν έρθει μαζί της, να κλαίνε, στέναξε μέσα στο πνεύμα(···) του, και ταράχτηκε, 34 και είπε: Πού τον βάλατε; Του λένε: Κύριε, έλα και δες. 35 Δάκρυσε ο Ιησούς. 36 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, έλεγαν: Δες πόσο τον αγαπούσε. 37 Μερικοί, μάλιστα, απ' αυτούς είπαν: Δεν μπορούσε αυτός που άνοιξε τα μάτια τού τυφλού, να κάνει ώστε κι αυτός να μη πεθάνει; 38 Ο Ιησούς, λοιπόν, στενάζοντας πάλι μέσα του, έρχεται στο μνήμα. Υπήρχε δε ένα σπήλαιο, και επάνω του ήταν τοποθετημένη μια πέτρα.
39 Ο Ιησούς λέει: Σηκώστε την πέτρα. Η αδελφή τού νεκρού, η Μάρθα, λέει σ' αυτόν: Κύριε, μυρίζει ήδη· επειδή, είναι τεσσάρων ημερών. 40 Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Δεν σου είπα ότι, αν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα τού Θεού; 41 Σήκωσαν, λοιπόν, την πέτρα, όπου ήταν τοποθετημένος ο νεκρός. Και ο Ιησούς, αφού ύψωσε τα μάτια επάνω, είπε: Πατέρα, σε ευχαριστώ, ότι με άκουσες. 42 Και εγώ γνώριζα ότι πάντοτε με ακούς· αλλά, για το πλήθος, που στέκεται ολόγυρα, το είπα, για να πιστέψουν ότι εσύ με απέστειλες. 43 Και όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με δυνατή φωνή: Λάζαρε, έλα έξω. 44 Και ο πεθαμένος βγήκε έξω, δεμένος τα πόδια και τα χέρια με τα σάβανα· και το πρόσωπό του ήταν ολόγυρα δεμένο με σουδάρι. Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Λύστε τον, και αφήστε τον να περπατήσει.
45 Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, που είχαν έρθει στη Μαρία, και είδαν όσα είχε κάνει ο Ιησούς, πίστεψαν σ' αυτόν. 46 Μερικοί απ' αυτούς, όμως, πήγαν στους Φαρισαίους, και είπαν σ' αυτούς όσα έκανε ο Ιησούς. 47 Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκρότησαν, λοιπόν, συνέδριο, και έλεγαν: Τι κάνουμε; Επειδή, αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα. 48 Αν τον αφήσουμε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ' αυτόν· και θάρθουν οι Ρωμαίοι και θα αφανίσουν και τον τόπο μας και το έθνος. 49 Ένας, μάλιστα, κάποιος απ' αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, τους είπε: Εσείς δεν ξέρετε τίποτε· 50 ούτε συλλογίζεστε ότι, μας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη τού λαού, και να μη χαθεί ολόκληρο το έθνος. 51 Και τούτο δεν το είπε από τον εαυτό του, αλλά επειδή ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, προφήτευσε ότι ο Ιησούς επρόκειτο να πεθάνει χάρη τού έθνους· 52 και όχι μονάχα για χάρη τού έθνους, αλλά και για να συγκεντρώσει σε ένα τα διασκορπισμένα παιδιά τού Θεού. 53 Από την ημέρα εκείνη, λοιπόν, έκαναν συμβούλιο για να τον θανατώσουν. 54 Γι' αυτό, ο Ιησούς δεν περπατούσε πλέον φανερά ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά αναχώρησε από εκεί στον τόπο κοντά στην έρημο, στην πόλη που λεγόταν Εφραϊμ, και έμενε εκεί μαζί με τους μαθητές του. 55 Και πλησίαζε το Πάσχα των Ιουδαίων· και πολλοί ανέβηκαν από εκείνο τον τόπο στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα, για να καθαρίσουν τον εαυτό τους. 56 Ζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού, και έλεγαν αναμεταξύ τους, καθώς στέκονταν μέσα στο ιερό: Τι σας φαίνεται; Ότι δεν θάρθει στη γιορτή; 57 Και είχαν δώσει προσταγή και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, αν κάποιος μάθει πού είναι, να το διαμηνύσει, για να τον πιάσουν.
Κεφάλαιον 12
1 Ο Ιησούς, λοιπόν, έξι ημέρες πριν από το Πάσχα, ήρθε στη Βηθανία, όπου ήταν ο Λάζαρος, που είχε πεθάνει, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. 2 Και του έκαναν εκεί δείπνο, και η Μάρθα υπηρετούσε· ο δε Λάζαρος ήταν ένας από τους συγκαθήμενους μαζί του. 3 Τότε, η Μαρία, αφού πήρε μία λίτρα από πολύτιμη καθαρή νάρδο, άλειψε τα πόδια τού Ιησού, και με τις τρίχες της σκούπισε τα πόδια του· και το σπίτι γέμισε από την ευωδιά τού μύρου. 4 Λέει, λοιπόν, ένας από τους μαθητές του, ο Ιούδας τού Σίμωνα, ο Ισκαριώτης, που επρόκειτο να τον παραδώσει: 5 Γιατί τούτο το μύρο δεν πουλήθηκε για 300 δηνάρια, και δεν δόθηκε στους φτωχούς; 6 Και το είπε αυτό, όχι επειδή τον ένοιαζε για τους φτωχούς, αλλά επειδή ήταν κλέφτης, και είχε το γλωσσόκομο, και βάσταζε εκείνα που έρριχναν μέσα σ' αυτό. 7 Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε: Άφησέ την· το φύλαξε για την ημέρα τού ενταφιασμού μου. 8 Επειδή, τους φτωχούς τούς έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δεν με έχετε πάντοτε.