Выбрать главу

ΠΑΙΓΝΙΔΙΑΡΙΚΟ ΠΟΝΥ, ΜΠΡΙ. Μεσοκαλόκαιρο, Έτος Σάιρ 1418.

Αγαπητέ Φρόντο,

Άσχημα νέα με βρήκαν εδώ. Πρέπει να φύγω αμέσως. Καλά θα κάνεις ν’ αφήσεις το Μπαγκ Εντ γρήγορα και να εγκαταλείψεις το Σάιρ ηριν το τέλος Ιουλίου το αργότερο. Θα επιστρέψω όσο πιο γρήγορα μπορώ· και θα σε ακολουθήσω, αν βρω πως έχεις φύγει. Άφησέ μου μήνυμα εδώ, αν περάσεις απ’ το Μπρι. Μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στον ξενοδόχο (Βουτυράτο). Μπορεί να συναντήσεις ένα φίλο μου στο Δρόμο: έναν Άνθρωπο, αδύνατο, μελαχρινό, ψηλό, που μερικοί τον φωνάζουν Γοργοπόδαρο. Ξέρει τη δουλειά μας και θα σε βοηθήσει. Να πας στο Σκιστό Λαγκάδι. Εκεί ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Αν δεν έρθω, ο Έλροντ θα σε συμβουλέψει.

Δικός σου βιαστικά,

ΓΚΑΝΤΑΛΦ.

Υ.Γ. 1. ΜΗΝ ΤΟ χρησιμοποιήσεις ξανά για κανένα, μα κανένα λόγο! Μην ταξιδεύεις τη νύχτα!

Υ.Γ. 2. Βεβαιώσου πως είναι ο αληθινός Γοργοπόδαρος. Υπάρχουν πολλοί παράξενοι άνθρωποι στους δρόμους. Το αληθινό του όνομα είναι Άραγκορν.

Το χρυσάφι, αν είναι κρυφό, δε γυαλίζει. Ούτε όσοι πλανιόνται στη γη είν’ χαμένοι. Το γερό το δεντρί η βροχή δε σαπίζει. Ούτε καίει τις ρίζες χιονιά παγωμένη. Απ’ τις άψυχες στάχτες φωτιά θα σπιθίσει Φως λαμπρό στα σκοτάδια θα βγει. Το σπασμένο σπαθί ξανά θα κολλήσει Κι ο δίχως κορόνα βασιλιάς θα γενεί.

Υ.Γ. 3. Ελπίζω ο Βουτυράτος να το στείλει εγκαίρως. Άξιος άνθρωπος, μα το μνημονικό του είναι σαν αποθήκη: το πράγμα που θέλεις βρίσκεται πάντα κάτω κάτω. Αν ξεχάσει θα τον κάνω ψητό.

Αντίο!

Ο Φρόντο διάβασε το γράμμα από μέσα του και μετά το έδωσε στον Πίπιν και στο Σαμ.

— Αλήθεια, ο γερο-Βουτυράτος τα ’χει κάνει θάλασσα! είπε. Του χρειάζεται ψήσιμο. Αν το είχα λάβει αμέσως, μπορεί τώρα όλοι μας να βρισκόμαστε ασφαλισμένοι στο Σχιστό Λαγκάδι. Αλλά τι να ’τυχε στον Γκάνταλφ; Γράφει λες και πάει σε μεγάλο κίνδυνο.

— Αυτό το κάνει εδώ και πολλά χρόνια τώρα, είπε ο Γοργοπόδαρος. Ο Φρόντο γύρισε και τον κοίταξε σκεφτικά κι αναλογιζόταν το δεύτερο υστερόγραφο του Γκάνταλφ.

— Γιατί δε μου είπες πως ήσουν φίλος του Γκάνταλφ αμέσως; Θα γλιτώναμε πόση ώρα.

— Θα γλιτώναμε; Θα με είχε κανείς σας πιστέψει ως τώρα; είπε ο Γοργοπόδαρος. Δεν ήξερα τίποτα για το γράμμα. Το μόνο που ήξερα ήταν πως έπρεπε να σας πείσω να μ’ εμπιστευτείτε χωρίς αποδείξεις, αν ήταν να σας βοηθήσω. Και, βέβαια, δε σκόπευα να σας πω τα πάντα για μένα αμέσως. Έπρεπε να σας μελετήσω πρώτα και να βεβαιωθώ. Ο Εχθρός μού έχει στήσει παγίδες κι άλλη φορά. Μόλις θα σιγουρευόμουν, ήμουν έτοιμος να σας πω ό,τι κι αν με ρωτούσατε. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ πως έλπιζα πως θα δείχνατε εμπιστοσύνη σ’ εμένα τον ίδιο. Σαν κάποιον που τον κυνηγούν, είναι φορές που κουράζεται να μην τον εμπιστεύονται και αποζητά τη φιλία. Αλλά εδώ, πιστεύω, πως η εμφάνιση μου είναι εναντίον μου.

— Είναι — στην πρώτη ματιά τουλάχιστο, γέλασε ο Πίπιν, που ανακουφίστηκε αμέσως μόλις διάβασε το γράμμα του Γκάνταλφ. Μα όμορφος είναι εκείνος που φέρνεται όμορφα, όπως λέμε εμείς στο Σάιρ· και θα ’λεγα πως όλοι μας θα φαινόμαστε κάπως σαν κι εσένα αν κοιμόμαστε για μέρες σε φράχτες και χαντάκια.

— Θα χρειαζόταν περισσότερο από μερικές μέρες, βδομάδες ή χρόνια να περιπλανιέσαι στην Ερημιά για να σε κάνουν να μοιάσεις του Γοργοπόδαρου, απάντησε ο Γοργοπόδαρος. Και πρώτα θα πέθαινες, εκτός κι αν είσαι φτιαγμένος από σκληρότερο υλικό απ’ ό,τι δείχνεις.

Ο Πίπιν καταλάγιασε· ο Σαμ όμως δεν το ’βαλε κάτω και κοίταζε ακόμα το Γοργοπόδαρο μ’ αμφιβολία.

— Και πώς το ξέρουμε πως είσαι ο Γοργοπόδαρος που λέει ο Γκάνταλφ; επέμεινε. Δεν είχες πει τίποτα για τον Γκάνταλφ, μέχρι που παρουσιάστηκε το γράμμα. Μπορεί και να ’σαι κατάσκοπος και να παίζεις θέατρο — πού να το ξέρω; — και να προσπαθείς να μας καταφέρεις να ’ρθούμε μαζί σου. Μπορεί να τον καθάρισες τον αληθινό Γοργοπόδαρο και να πήρες τα ρούχα του. Τι λες τώρα;

— Λέω πως το λέει η καρδιά σου, απάντησε ο Γοργοπόδαρος· μα φοβάμαι πως η μοναδική μου απάντηση σ’ εσένα, Σαμ Γκάμγκη, είναι τούτη: Αν είχα σκοτώσει τον πραγματικό Γοργοπόδαρο, θα μπορούσα να ’χω σκοτώσει κι εσένα. Και θα σε είχα κιόλας σκοτώσει χωρίς πολλές κουβέντες. Αν ήθελα το Δαχτυλίδι, μπορούσα να το πάρω — ΤΩΡΑ!

Σηκώθηκε όρθιος και φάνηκε ξαφνικά να ψηλώνει. Στα μάτια του έλαμπε ένα φως, κοφτερό και προστακτικό. Ρίχνοντας πίσω το μανδύα του, έβαλε το χέρι του στη λαβή ενός σπαθιού που κρεμόταν κρυμμένο στο πλευρό του. Αυτοί δεν τολμούσαν να κουνηθούν. Ο Σαμ είχε γουρλώσει τα μάτια και τον κοίταζε άφωνος με το στόμα ανοιχτό. — Αλλά εγώ είμαι ο πραγματικός Γοργοπόδαρος, ευτυχώς, είπε κοιτάζοντάς τους από ψηλά με το πρόσωπο μαλακωμένο από ένα αναπάντεχο χαμόγελο. Εγώ είμαι ο Άραγκορν, ο γιος του Άραθορν· κι αν μπορώ με ζωή ή με θάνατο να σας σώσω, θα το κάνω.