Выбрать главу

Ψηλάφισε την πληγή στον ώμο του Φρόντο και το πρόσωπό του σοβάρεψε ακόμα περισσότερο, λες κι αυτό που είχε βρει τον είχε ταράξει. Ο Φρόντο όμως ένιωσε την παγωνιά να λιγοστεύει στο πλευρό και στο μπράτσο του· λίγη ζεστασιά κατέβηκε απ’ τον ώμο του στο χέρι κι ο πόνος του. έγινε υποφερτός. Το σύθαμπο του βραδινού φάνηκε να ξανοίγει γύρω του, λες κι είχε φύγει ένα σύννεφο. Είδε τα πρόσωπα των φίλων του πιο ξεκάθαρα πάλι και πήρε νέα ελπίδα και δύναμη ξανά.

— Θα σε βάλω στ’ άλογό μου, είπε ο Γκλορφίντελ. Θα κοντύνω τους αναβατήρες μέχρι τη σέλα κι εσύ πρέπει να καθίσεις όσο πιο καλά μπορείς. Αλλά δε χρειάζεται να φοβάσαι: το άλογό μου δεν αφήνει κανένα καβαλάρη να του πέσει, όταν το διατάξω να τον κρατήσει στην πλάτη του. Το περπάτημά του είναι ανάλαφρο και στρωτό· και, αν ο κίνδυνος πλησιάσει πολύ κοντά, θα σε πάρει μακριά με τόση ταχύτητα, που ούτε τα μαύρα άλογα του Εχθρού δεν μπορούν να τη φτάσουν.

— Όχι! είπε ο Φρόντο. Δε θα το καβαλήσω αν είναι να με πάει στο Σκιστό Λαγκάδι ή κάπου αλλού, αφήνοντας τους φίλους μου πίσω στον κίνδυνο.

Ο Γκλορφίντελ χαμογέλασε.

— Πολύ αμφιβάλλω, είπε, αν οι φίλοι σου θα βρίσκονταν σε κίνδυνο, αν εσύ δεν ήσουν μαζί τους. Η καταδίωξη θ’ ακολουθήσει εσένα, κι εμάς θα μας αφήσει ήσυχους, νομίζω. Είσαι εσύ, Φρόντο, κι αυτό που έχεις, που μας βάζει όλους σε θανάσιμο κίνδυνο.

Σ’ αυτό ο Φρόντο δεν είχε ν’ απαντήσει τίποτα και πείστηκε ν’ ανεβεί στο άσπρο άλογο του Γκλορφίντελ. Φόρτωσαν στο πόνυ ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτά που κουβαλούσαν οι άλλοι κι έτσι τώρα βάδιζαν ελαφρότεροι και γι’ αρκετή ώρα προχωρούσαν με γοργό ρυθμό· οι χόμπιτ όμως άρχισαν να δυσκολεύονται ν’ ακολουθούν τα γρήγορα κι ακούραστα πόδια του Ξωτικού. Τους οδηγούσε ασταμάτητα μέσα στο σκοτάδι της συννεφιασμένης νύχτας. Δεν είχε ούτε αστέρια ούτε φεγγάρι. Και μόνο σα φάνηκε το γκρίζο χάραμα τους άφησε να σταματήσουν. Ο Πίπιν, ο Μέρι κι ο Σαμ μισοκοιμόντουσαν πια στα πόδια τους και παραπατούσαν· ακόμα κι ο Γοργοπόδαρος φαινόταν, απ’ το κύρτωμα των ώμων του, κουρασμένος. Ο Φρόντο καθόταν πάνω στ’ άλογο σαν σε σκοτεινό όνειρο.

Έπεσαν χάμω στα ρείκια, λίγο παραπέρα απ’ την άκρη του Δρόμου κι αποκοιμήθηκαν αμέσως. Τους φάνηκε πως δεν είχαν προλάβει ούτε τα μάπα τους να κλείσουν, όταν ο Γκλορφίντελ, που είχε καθίσει φρουρός όσο κοιμόνταν, τους ξύπνησε πάλι. Ο ήλιος τώρα είχε ανεβεί ψηλά και το πρωινό είχε προχωρήσει. Τα σύννεφα κι οι ομίχλες της νύχτας είχαν χαθεί. - Πιέστε αυτό! τους είπε ο Γκλορφίντελ, δίνοντας σ’ έναν ένα με τη σειρά λίγο ποτό απ’ το δερμάτινο ασημοστολισμένο φλασκί του.

Το ποτό ήταν διάφανο σαν το νερό της πηγής και δεν είχε γεύση. Δεν το ένιωσαν ούτε δροσερό ούτε ζεστό στο στόμα τους· αλλά δύναμη και ζωντάνια φάνηκε να κυλάει σ’ όλο τους το κορμί όπως το ’πιναν. Μετά απ’ αυτό, το μπαγιάτικο ψωμί και τα ξεραμένα φρούτα που έφαγαν (το μόνο που τους είχε μείνει τώρα) τους φάνηκαν να ικανοποιούν την πείνα τους καλύτερα από πολλά χορταστικά πρωινά στο Σάιρ.

Είχαν ξεκουραστεί λιγότερο από πέντε ώρες σαν πήραν το Δρόμο ξανά. Ο Γκλορφίντελ τους πίεζε να προχωρούν και τους άφησε δυο φορές μονάχοι να σταματήσουν εκείνη τη μέρα. Μ’ αυτό τον τρόπο έκαναν σχεδόν είκοσο μίλια πριν πέσει η νύχτα κι έφτασαν σ’ ένα μέρος που ο Δρόμος έστριβε δεξιά και κατηφόριζε προς το κάτω μέρος της κοιλάδας, πηγαίνοντας τώρα ίσια για τον Μπρούινεν. Μέχρι τώρα οι χόμπιτ δεν είχαν ούτε δει ούτε ακούσει κανένα σημάδι καταδίωξης· αλλά ο Γκλορφίντελ συχνά σταματούσε κι αφουγκραζόταν για μια στιγμή, αν ξέμεναν πίσω, και το πρόσωπό του συννέφιαζε η ανησυχία. Μια δυο φορές κάτι είπε στον Γοργοπόδαρο στη γλώσσα των Ξωτικών. Αλλά όσο ανήσυχοι κι αν ήταν οι οδηγοί τους, ήταν ολοφάνερο πως οι χόμπιτ δεν μπορούσαν να πάνε παρακάτω εκείνη τη νύχτα. Πήγαιναν παραπατώντας, ζαλισμένοι απ’ την κούραση κι ανίκανοι να σκεφτούν τίποτ’ άλλο πέρα απ’ τα πόδια τους. Ο πόνος του Φρόντο είχε διπλασιαστεί και, στη διάρκεια της μέρας, τα πράγματα γύρω του είχαν ξεθωριάσει σε σκιές, γκρίζα σαν φαντάσματα. Σχεδόν καλωσόρισε τον ερχομό της νύχτας, γιατί τότε ο κόσμος φαινόταν λιγότερο χλωμός κι αδειανός.

Οι χόμπιτ ήταν ακόμα κουρασμένοι, σαν ξεκίνησαν ξανά νωρίς το άλλο πρωί. Είχε πολλά μίλια ακόμα ανάμεσα σ’ αυτούς και στο Πέρασμα και πήγαιναν κουτσαίνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. — Ο κίνδυνος μας θα είναι μεγαλύτερος ακριβώς πριν φτάσουμε στο ποτάμι, είπε ο Γκλορφίντελ· γιατί κάτι μέσα μου με προειδοποιεί πως πίσω μας η καταδίωξη πλησιάζει γρήγορα· και μπορεί να μας παραμονεύει κι άλλος κίνδυνος στο Πέρασμα.