— Ποιος έκανε την πλημμύρα; ρώτησε ο Φρόντο.
— Ο Έλροντ έδωσε την προσταγή, απάντησε ο Γκάνταλφ. Το ποτάμι αυτής της κοιλάδας βρίσκεται κάτω από την εξουσία του και φουσκώνει θυμωμένο σαν αυτός έχει ανάγκη να κλείσει το Πέρασμα. Μόλις ο Αρχηγός των φαντασμάτων του δαχτυλιδιού μπήκε στο νερό, η πλημμύρα ελευθερώθηκε. Και μπορώ να σου πω τώρα πως πρόσθεσα κι εγώ μερικές δικές μου τελειοποιήσεις: μπορεί και να μην το πρόσεξες, αλλά μερικά απ’ τα κύματα είχαν πάρει τη μορφή μεγάλων άσπρων αλόγων μ’ αστραφτερούς άσπρους καβαλάρηδες· κι είχε κι ένα σωρό βράχους που κυλούσαν βροντερά. Για μια στιγμή φοβήθηκα πως είχαμε ελευθερώσει τέτοιον άγριο θυμό, που η πλημμύρα θα ξέφευγε τον έλεγχο και θα παράσερνε τα πάντα. Έχουν μεγάλη ορμή τα νερά που κατεβαίνουν απ’ τα χιόνια των Ομιχλιασμένων Βουνών.
— Ναι, όλα μου ξανάρχονται στη θύμηση τώρα, είπε ο Φρόντο: το τρομακτικό βουητό. Νόμιζα πως πνιγόμουνα μαζί με φίλους κι εχθρούς κι όλα. Μα τώρα είμαστε ασφαλισμένοι!
Ο Γκάνταλφ κοίταξε γρήγορα το Φρόντο, μ’ αυτός είχε κλείσει τα μάτια του.
— Ναι, είσαι ασφαλισμένος προς το παρόν. Σε λίγο θα έχουμε τραπέζια και χαρές για να γιορτάσουμε τη νίκη στο Πέρασμα του Μπρούινεν και θα είσαστε όλοι εκεί σε τιμητικές θέσεις.
— Υπέροχα! είπε ο Φρόντο. Είναι θαυμάσιο που ο Έλροντ κι ο Γκλορφίντελ και τέτοιοι μεγάλοι άρχοντες, για να μην πω και το Γοργοπόδαρο, μου δείχνουν τόση καλοσύνη.
— Εδώ που τα λέμε, υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό, είπε ο Γκάνταλφ, χαμογελώντας. Ο ένας λόγος είμαι εγώ. Το Δαχτυλίδι είναι άλλος ένας: είσαι ο Δαχτυλιδο-κουβαλητής. Και είσαι ο κληρονόμος του Μπίλμπο, του Δαχτυλιδο-ευρετή.
— Τον καλό μου τον Μπίλμπο! είπε ο Φρόντο νυσταγμένα. Πού να βρίσκεται άραγε! Μακάρι να ήταν εδώ και να μπορούσε να μάθει όλα όσα έγιναν. Θα είχε πεθάνει στα γέλια. Η αγελάδα που πήδηξε στο Φεγγάρι! Κι ο κακομοίρης ο γερο-Γίγαντας!
Και λέγοντας αυτά αποκοιμήθηκε βαθιά.
Ο Φρόντο βρισκόταν τώρα ασφαλισμένος στο Τελευταίο Αληθινό Σπίτι ανατολικά απ’ τη Θάλασσα. Ήταν, όπως είχε πει από παλιά ο Μπίλμπο, «ένα τέλειο σπίτι, είτε σ’ άρεσε πιο πολύ το φαΐ κι ο ύπνος, ή τα παραμύθια και τα τραγούδια, ή το να κάθεσαι μονάχα και να συλλογιέσαι, ή λίγο απ’ όλα». Η παρουσία σου και μόνο εκεί έφτανε για να γιατρευτείς απ’ την κούραση, το φόβο και τη λύπη.
Κατά το βραδάκι ο Φρόντο ξύπνησε πάλι κι ένιωσε πως δεν είχε πια ανάγκη να ξεκουραστεί ή να κοιμηθεί, αλλά όρεξη για φαγητό και πιοτό και πιθανότατα για τραγούδια κι ιστορίες ύστερα. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι ανακάλυψε πως το χέρι του ήταν σχεδόν τόσο καλά πάλι όσο και πριν. Βρήκε απλωμένα έτοιμα ρούχα από πράσινο ύφασμα που του έρχονταν γάντι. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη τρόμαξε σαν είδε ένα πολύ πιο αδυνατισμένο είδωλο του εαυτού του απ’ ό,τι θυμόταν: έμοιαζε πολύ σαν το ανηψούδι του Μπίλμπο, που συνήθιζε να πηγαίνει πεζοπορία με το θείο του στο Σάιρ· τα μάτια όμως τον κοίταζαν σκεφτικά. — Ναι, είδες κάνα δυο πράγματα από τότε που για τελευταία φορά κοίταξες μέσ’ απ’ τον καθρέφτη, είπε στο είδωλο του. Τώρα όμως δρόμο για μια χαρούμενη συνάντηση!
Τέντωσε τα χέρια του ψηλά κι άρχισε να σφυρίζει κάποιο σκοπό.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα κι ο Σαμ μπήκε μέσα. Έτρεξε στο Φρόντο και του ’πιασε το αριστερό χέρι αδέξια και ντροπαλά. Το χάιδεψε μαλακά κι έπειτα κοκκίνισε και γύρισε γρήγορα το κεφάλι του αλλού.
— Γεια σου, Σαμ! είπε ο Φρόντο.
— Είναι ζεστό! είπε ο Σαμ. Δηλαδή το χέρι σου, κύριε Φρόντο. Το ’νιωθα τόσο παγοιμένο τις ατέλειωτες νύχτες. Αλλά ζήτω και πάλι ζήτω! φώναξε, γυρίζοντας πάλι, με μάτια που έλαμπαν και χορεύοντας στο πάτωμα. Είναι πολύ όμορφο να σε βλέπω στα πόδια σου και στον εαυτό σου πάλι, κύριε!
Ο Γκάνταλφ μου είπε να ’ρθω να δω αν ήσουν έτοιμος να κατεβείς κι εγώ νόμισα πως κορόιδευε.
— Είμαι έτοιμος, είπε ο Φρόντο. Πάμε να βρούμε τους υπόλοιπους της παρέας!
— Θα σε πάω εγώ, κύριε, είπε ο Σαμ. Αυτό το σπίτι είναι πολύ μεγάλο και πολύ παράξενο. Έχει πάντα όλο και κάτι παραπάνω για ν’ ανακαλύψεις και ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις σα στρίψεις μια γωνιά. Και Ξωτικά, κύριε! Ξωτικά εδώ και Ξωτικά εκεί! Μερικά είναι σαν βασιλιάδες, τρομεροί και μεγαλόπρεποι· κι άλλα είναι χαρούμενα σαν μικρά παιδιά. Και μουσική και τραγούδια — όχι πως είχα τον καιρό ή τη διάθεση για να κάθομαι και να τ’ ακούω από τότε που ήρθαμε εδώ. Αλλά έχω αρχίσει να μαθαίνω κάπως τις συνήθειες του σπιτιού.