— Στη γέφυρα! φώναξε ο Γκάνταλφ, ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του. Τρέξτε! Αυτός είναι εχθρός πάνω απ’ τις δικές σας δυνάμεις. Εγώ πρέπει να φυλάξω το στενό πέρασμα. Τρέξτε!
Ο Άραγκορν κι ο Μπορομίρ δεν υπάκουσαν στη διαταγή, αλλά εξακολούθησαν να στέκονται στη θέση τους πλάι πλάι, πίσω απ’ τον Γκάνταλφ στην άλλη άκρη της γέφυρας. Οι υπόλοιποι σταμάτησαν στην είσο-δα της πόρτας στην άκρη της αίθουσας και γύρισαν, μην μπορώντας ν’ αφήσουν τον αρχηγό τους ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό μόνος.
Ο Μπάρλονγκ έφτασε στη γέφυρα. Ο Γκάνταλφ στάθηκε στη μέση της καμάρας, ακουμπώντας στο ραβδί του με τ’ αριστερό του χέρι, αλλά στο άλλο του το χέρι ο Γκλάμντρινγκ άστραφτε, άσπρος και παγωμένος. Ο εχθρός σταμάτησε πάλι και τον κοίταζε και η σκιά γύρω του απλώθηκε δαν δυο τεράστιες φτερούγες. Σήκωσε το μαστίγιο και τα λουριά σφύριξαν και κροτάλισαν. Φωτιά έβγαινε απ’ τα ρουθούνια του. Ο Γκάνταλφ όμως στεκόταν απτόητος.
— Δεν μπορείς να περάσεις! είπε. Οι Ορκ στάθηκαν ακίνητοι κι έπεσε νεκρική σιγή. - Είμαι υπηρέτης της Μυστικής Φωτιάς, εξουσιαστής της φλόγας της Άνορ. Δεν μπορείς να περάσεις. Η σκοτεινή φωτιά δε θα σε ωφελήσει, φλόγα του Ουντούν. Πήγαινε πίσω στη Σκιά. Δεν μπορείς να περάσεις.
Ο Μπάρλονγκ δεν απάντησε. Η φωτιά μέσα του φάνηκε να πεθαίνει και το σκοτάδι μεγάλωσε. Προχώρησε αργά πάνω στη γέφυρα και ξαφνικά τεντώθηκε κι έγινε θεόρατος και τα φτερά του απλώθηκαν από τοίχο σε τοίχο· αλλά ακόμα ο Γκάνταλφ φαινόταν να αχνοφέγγει στη σκοτεινιά· έδειχνε μικρός κι εντελώς μόνος: γκρίζος και σκυφτός, σαν μαραμένο δέντρο πριν την επίθεση της καταιγίδας.
Ένα κόκκινο σπαθί ξεπήδησε φλεγόμενο μέσ’ απ’ τη σκιά.
Ο Γκλάμντρινγκ έλαμψε άσπρος απαντώντας.
Ακούστηκε μια ηχηρή κλαγγή και μια γλώσσα φωτιάς. Ο Μπάρλονγκ υποχώρησε και το σπαθί του έπεσε σε πυρακτωμένα κομμάτια. Ο μάγος ταλαντεύτηκε πάνω στη γέφυρα, έκανε ένα βήμα πίσω κι ύστερα στάθηκε ξανά ακίνητος.
— Δεν μπορείς να περάσεις! είπε.
Μ’ ένα πήδημα ο Μπάρλονγκ πήδηξε ολόκληρος πάνω στη γέφυρα. Το μαστίγιο του στριφογύρισε και σφύριξε. — Λεν μπορεί να οταθεί μονάχος! φώναξε ο Άραγκορν ξαφνικά κι έτρεξε πίσω πάνω στο γεφύρι.
— Έλεντιλ! φώναξε. Είμαι μαζί σου, Γκάνταλφ!
— Γκόντορ! φώναξε ο Μπορομίρ και πήδηξε ξοπίσω του.
Εκείνη τη στιγμή ο Γκάνταλφ ύψωσε το ραβδί του και με μια δυνατή φωνή χτύπησε τη γέφυρα μπροστά του. Το ραβδί κόπηκε στη μέση κι έπεσε απ’ το χέρι του. Μια εκτυφλωτική άσπρη φλόγα πετάχτηκε. Η γέφυρα ράγισε. Ακριβώς στα πόδια του Μπάρλονγκ έσπασε και η πέτρα που πάνω της στεκόταν έπεσε στο κενό, ενώ η υπόλοιπη γέφυρα έμεινε να ισορροπεί, τρέμοντας σαν μια πέτρινη γλώσα που ξεπεταγόταν προς το κενό.
Με μια τρομερή φωνή ο Μπάρλονγκ έπεσε μπροστά και η σκιά του βούτηξε κάτω και χάθηκε. Αλλά, ενώ έπεφτε, τίναξε το μαστίγιό του και τα λουριά χτύπησαν και τυλίχτηκαν στα γόνατα του μάγου, τραβώντας τον στην άκρη. Ο Γκάνταλφ παραπάτησε κι έπεσε, μάταια πήγε να πιαστεί απ’ την πέτρα, και γλίστρησε στην άβυσσο.
— Φύγετε ανόητοι! φώναξε και χάθηκε.
Οι φωτιές έσβησαν κι έπεσε άδειο σκοτάδι. Η Ομάδα στέκονταν ριζωμένει από φρίκη κοιτάζοντας το χάσμα. Μόλις που πρόλαβαν ο Άραγκορν κι ο Μπορομίρ να γυρίσουν πίσω τρέχοντας, και η υπόλοιπη γέφυρα κομματιάστηκε κι έπεσε. Με μια φωνή ο Άραγκορν τους συνέφερε. — Ελάτε! Θα σας οδηγήσω εγώ τώρα! φώναξε. Πρέπει να υπακούσουμε στην τελευταία του προσταγή. Ακολουθήστε με!
Ανέβηκαν στα τυφλά σκοντάφτοντας στη μεγάλη σκάλα πέρα απ’ την πόρτα. Ο Άραγκορν μπροστά κι ο Μπορομίρ στο τέλος. Στην κορφή υπήρχε ένας μεγάλος διάδρομος που αντιλαλούσε. Τον πέρασαν τρέχοντας. Ο Φρόντο άκουσε το Σαμ να κλαίει στο πλευρό του κι έπειτα κατάλαβε πως κι αυτός έκλαιγε όπως έτρεχε. Ντουμ, ντουμ, ντουμ ακούγονταν πίσω τα τύμπανα- πένθιμα τώρα και αργά· ντούμ!
Συνέχισαν να τρέχουν. Το φως δυνάμωνε μπροστά τους· μεγάλοι φωταγωγοί τρυπούσαν το ταβάνι. Έτρεξαν γρηγορότερα. Πέρασαν σε μια αίθουσα λαμπερή απ’ το φως της μέρας που έμπαινε από ψηλά παράθυρα στην ανατολή. Τη διασχίσαν τρέχοντας. Πέρασαν τις πελώριες ξεχαρβαλωμένες πόρτες της και ξαφνικά μπροστά τους παρουσιάστηκαν οι Μεγάλες Πύλες, μια καμάρα εκτυφλωτικό φως.
Μια φρουρά ορκ κρυβόταν στις σκιές πίσω απ’ τις μεγάλες κολόνες ι ης πύλης που υψώνονταν δεξιά κι αριστερά, αλλά οι πύλες ήταν κομματιασμένες και πεσμένες κάτω. Ο Άραγκορν έριξε στο χώμα τον αρχηγό που πήγε να του κόψει το δρόμο και οι υπόλοιποι το ’βαλαν στα πόδια ι ρημάζοντας μπροστά στο θυμό του.