Выбрать главу

— Ο Σέλεμπορν γίνεται απ’ εδώ κιόλας, όπως βλέπετε, πολύ ορμητικός, είπε ο Χάλντιρ, και κυλάει γρήγορα και βαθιά κι είναι πολύ παγωμένος. Δε βρέχουμε τα πόδια μας μέσα του τόσο βόρεια, εκτός κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Αλλά τούτες τις μέρες που συνεχώς βρισκόμαστε σ’ επιφυλακή και προσέχουμε, δε φτιάχνουμε γέφυρα. Έτσι περνάμε απέναντι! Ακολουθήστε με! Έδεσε τη δική του άκρη του σκοινιού γύρω απ’ ένα άλλο δέντρο κι ύστερα έτρεξε ανάλαφρα πάνω του, πάνω απ’ το ποτάμι και πάλι πίσω. λες και περπατούσε σε δρόμο.

— Εγώ μπορώ να περάσω, είπε ο Λέγκολας· αλλά οι άλλοι δε θα τα καταφέρουν. Πρέπει να περάσουν κολυμπώντας;

— Όχι! είπε ο Χάλντιρ. Έχουμε δυο σκοινιά ακόμα. Θα τα δέσουμε ψηλότερα απ’ αυτό, το ένα στο ύψος των ώμων και το άλλο στης μέσης και πιάνοντάς τα οι ξένοι θα μπορέσουν με προσοχή να περάσουν απέναντι.

Σα φτιάχτηκε η λεπτή αυτή γέφυρα, η Ομάδα πέρασε, μερικοί προσεκτικά κι αργά κι άλλοι πιο εύκολα. Απ’ τους χόμπιτ καλύτερος βγήκε ο Πίπιν, γιατί πατούσε σταθερά και πέρασε γρήγορα, πιάνοντας μόνο με το ’να χέρι· αλλά είχε τα μάτια του καρφωμένα στην αντίπερα όχθη και δεν κοίταζε κάτω. Ο Σαμ πέρασε κουτσά στραβά. Βαστιόταν μ’ όλη του τη δύναμη και κοίταζε κάτω το χλωμό νερό που στροβιλιζόταν, λες κι ήταν άβυσσος στα βουνά.

Ανάπνευσε μ’ ανακούφιση, όταν πέρασε ασφαλισμένα απέναντι.

— Όσο ζω μαθαίνω! όπως έλεγε κι ο πατέρας μου. Αν κι αυτός είχε στο νου του την κηπουρική, όχι το κούρνιασμα σαν τα πουλιά ή τα ακροβατικά σαν την αράχνη. Ούτε κι ο θείος μου ο Άντι δεν κατάφερε ποτέ του τέτοιο κόλπο!

Όταν τελικά ύλη η Ομάδα συγκεντρώθηκε στην ανατολική όχθη του Ασημόφλεβου, τα Ξωτικά έλυσαν τα σκοινιά και τύλιξαν τα δύο. Ο Ρούμιλ, που έχει μείνει στην άλλη όχθη, τράβηξε πίσω το τελευταίο, το κρέμασε στον ώμο του και, κουνώντας το χέρι, έφυγε να πάει πίσω στο Νίμροντελ να φυλάξει σκοπιά.

— Τώρα, φίλοι μου, είπε ο Χάλντιρ, έχετε περάσει στο Νάιθ του Λόριεν, ή στο Τρίγωνο όπως θα λέγατε, γιατί αυτή η περιοχή εκτείνεται; σαν τη μύτη από ακόντιο, ανάμεσα στον Ασημόφλεβο και στο Μεγάλο Άντουιν. Δεν αφήνουμε κανένα ξένο να κατασκοπεύσει τα μυστικά του Νάιθ. Κι αλήθεια, λίγοι είναι εκείνοι που παίρνουν άδεια να πατήσουν ακόμα και το πόδι τους εδώ.

«Όπως συμφωνήσαμε, εδώ θα δέσω τα μάτια του Γκίμλι του Νάνου. Οι υπόλοιποι μπορούν να προχωρήσουν ελεύθεροι για λίγο, ώσπου να πλησιάσουμε περισσότερο στις κατοικίες μας, στο Έγκλαντιλ κάτω, στη Γωνία ανάμεσα στα ποτάμια.

Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Γκίμλι.

— Η συμφωνία έγινε χωρίς τη συγκατάθεση μου, είπε. Δεν πηγαίνω με δεμένα τα μάτια σαν κανένας ζητιάνος ή αιχμάλωτος. Και δεν είμαι κατάσκοπος. Οι δικοί μου δεν είχαν ποτέ καμιά σχέση με τους υπηρέτες του Εχθρού. Ούτε έχουμε κάνει κακό στα Ξωτικά. Δεν πρόκειται να σας προδώσω περισσότερο απ’ το Λέγκολας ή κάποιον άλλον απ’ τους συντρόφους μου.

— Δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό που λες, είπε ο Χάλντιρ. Αυτός όμως είναι ο νόμος μας. Δεν τον έφτιαξα εγώ το νόμο και δεν μπορώ να τον παραβλέψω. Κι έχω κιόλας κάνει πολλά επιτρέποντάς σου να περάσεις απέναντι το Σέλεμπραντ.

Ο Γκίμλι πείσμωσε. Πάτησε τα πόδια του γερά στη γη ανοιχτά κι έβαλε το χέρι του στη λαβή του τσεκουριού του.

— Θα προχωρήσω ελεύθερος, είπε, ειδαλλιώς θα γυρίσω πίσω και θα πάω να βρω τη χώρα μου, που με ξέρουν πως βαστάω το λόγο μου, ακόμα κι αν χαθώ μονάχος στην ερημιά.

— Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, είπε ο Χάλντιρ αυστηρά. Τώρα που έχεις φτάσει ως εδώ, πρέπει να παρουσιαστείς μπροστά στον Άρχοντα και στην Κυρά. Αυτοί θα σε κρίνουν και θα σε κρατήσουν ή θα σ’ αφήσουν, ανάλογα με το τι θ’ αποφασίσουν. Δεν μπορείς να ξαναπεράσεις τα ποτάμια και πίσω σου τώρα υπάρχουν κρυφοί φύλακες που δε θα σ’ αφήσουν να περάσεις. Θα σε σκότωναν πριν προλάβεις να τους δεις.

Ο Γκίμλι τράβηξε το πελέκι απ’ τη ζώνη του. Ο Χάλντιρ κι ο σύντροφός του τέντωσαν τα τόξα τους.

— Μπα, που να τους πάρει τους Νάνους και την περηφάνια τους! είπε ο Λέγκολας.

— Ελάτε! είπε ο Άραγκορν. Αν είμαι ακόμα αρχηγός αυτής της Ομάδας, πρέπει να κάνετε ό,τι σας πω. Είναι σκληρό για το Νάνο να τον ξεχωρίζουν έτσι. Θα μας δέσουν όλων μας τα μάτια, ακόμα και του Λέγκολας. Έτσι θα ’ναι καλύτερα, αν και θα κάνει το ταξίδι αργό κι ανιαρό.

Ο Γκίμλι έβαλε ξαφνικά τα γέλια.

— Μωρέ, θα ’μαστε οχτώ χαζοί στη σειρά! Θα μας πηγαίνει ο Χάλντιρ μ’ ένα σκοινάκι σαν τους πολλούς τυφλούς με τον ένα σκύλο; Εγώ όμως θα είμαι ευχαριστημένος αν ο Λέγκολας μονάχα μοιραστεί την τύχη μου.