Выбрать главу

— Εγώ είμαι Ξωτικό και συγγενής εδώ, είπε ο Λέγκολας, θυμώνοντας κι αυτός με τη σειρά του.

— Φωνάξτε τώρα: «Μπα που να τα πάρει τα Ξωτικά και την περηφάνια τους!» είπε ο Άραγκορν. Αλλά όλη η Ομάδα θα έχει την ίδια μεταχείριση.

Έλα, δέσε μας τα μάτια, Χάλντιρ!

— Θα ζητήσω πλήρη αποζημίωση για κάθε πέσιμο και χτυπημένο δάχτυλο, αν δε μας πας καλά, είπε ο Γκίμλι την ώρα που έδεναν μ’ ένα πανί τα μάτια του.

— Δε θα μπορέσεις, είπε ο Χάλντιρ. Θα σας οδηγήσω καλά και τα μονοπάτια είναι ομαλά και ίσια.

— Αλίμονο για τον παραλογισμό των ημερών αυτών! είπε ο Λέγκολας. Εδώ όλοι είμαστε εχθροί του Εχθρού κι όμως εγώ πρέπει να περπατώ τυφλός, ενώ ο ήλιος χαίρεται στο δάσος μες στα φύλλα τα χρυσά!

— Μπορεί να φαίνεται παραλογισμός, είπε ο Χάλντιρ. Και στ’ αλήθεια, πουθενά αλλού δε φαίνεται τόσο καθαρά η δύναμη του Σκοτεινού Άρχοντα όσο στην αποξένωση που χωρίζει όλους εκείνους που του αντιστέκονται ακόμα. Αλλά τόση λίγη πίστη κι εμπιστοσύνη βρίσκουμε τώρα στον κόσμο έξω απ’ το Λοθλόριεν, εκτός ίσως απ’ το Σκιστό Λαγκάδι, που δεν τολμούμε, δείχνοντας εμπιστοσύνη, να βάλουμε σε κίνδυνο τον τόπο μας. Ζούμε τώρα σ’ ένα νησί, που θανάσιμοι κίνδυνοι το κυκλώνουν και τα χέρια μας παίζουν πιο πολύ τις χορδές των τόξων παρά τις χορδές της άρπας.

» Για πολύ καιρό μας προστάτευαν τα ποτάμια, αλλά δεν είναι σίγουρη προστασία πια· γιατί η Σκιά έχει φτάσει σερνόμενη στο Βοριά και μας περικυκλώνει. Μερικοί λένε να φύγουμε, όμως και γι’ αυτό φαίνεται κιόλας πως είναι πολύ αργά. Τα βουνά στη δύση γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα· στην Ανατολή οι τόποι έχουν ερημώσει κι έχουν γεμίσει με τα πλάσματα του Σόρον· και κυκλοφορεί η φήμη πως τώρα δεν μπορούμε να περάσουμε με ασφάλεια νότια μέσ’ απ’ το Ρόαν και οι εκβολές του Μεγάλου Ποταμού παρακολουθούνται απ’ τον Εχθρό. Ακόμα κι αν μπορούσαμε να φτάσουμε στις ακτές της Θάλασσας, δε θα βρίσκαμε κανένα καταφύγιο εκεί πια. Λένε πως υπάρχουν ακόμα τα λιμάνια των Ανώτερων Ξωτικών, αλλά βρίσκονται μακριά στο βοριά και στη δύση, πέρα απ’ τη χώρα των Τοσοδούληδων. Αλλά προς τα πού μπορεί να πέφτουν αυτά, αν κι ο Άρχοντας και η Κυρά μπορεί να ξέρουν, εγώ δεν ξέρω.

— Θα ’πρεπε τουλάχιστο να το μαντεύεις, αφότου είδες εμάς, είπε ο Μέρι. Υπάρχουν λιμάνια των Ξωτικών στα δυτικά της χώρας μου, στο Σάιρ, που ζουν οι χόμπιτ.

— Ευτυχισμένος λαός οι χόμπιτ που ζουν κοντά στις ακτές της θάλασσας! είπε ο Χάλντιρ. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι δικοί μας έχουν να τη δουν, αν κι ακόμα τη θυμόμαστε στα τραγούδια μας. Μίλησέ μου για κείνα τα λιμάνια όπως πηγαίνουμε.

— Δεν μπορώ, είπε ο Μέρι. Δεν τα έχω δει ποτέ μου. Δεν έχω ξαναβγεί έξω απ’ τη χώρα μου. Κι αν ήξερα πώς είναι ο κόσμος έξω, δε νομίζω πως θα μου ’κανε καρδιά να την αφήσω.

— Ούτε για να δεις το ωραίο Λοθλόριεν; είπε ο Χάλντιρ. Βέβαια, ο κόσμος είναι γεμάτος κινδύνους και υπάρχουν πολλοί σκοτεινοί τόποι· αλλ’ όμως υπάρχουν ακόμα πολλά που είναι ωραία και, αν και σ’ όλους τους τόπους τώρα η αγάπη είναι ανακατεμένη με τη θλίψη, ίσως γι’ αυτό μεγαλώνει και γίνεται πιο τρανή.

» Μερικοί από μας τραγουδούν πως η Σκιά θα τραβηχτεί και θά ’ρθει ξανά ειρήνη. Όμως εγώ δεν πιστεύω πως ο κόσμος γύρω μας θα ξαναγίνει ποτέ όπως ήταν παλιά, ή το φως του Ήλιου όπως πρώτα. Για τα Ξωτικά, πολύ φοβάμαι, πως στην καλύτερη περίπτωση θ’ αποδειχτεί ανακωχή, έτσι ώστε να μπορέσουν να πάνε στη θάλασσα ανεμπόδιστα και ν’ αφήσουν τη Μέση-Γη για πάντα. Αλίμονο στο Λοθλόριεν π’ αγαπώ! Θα ’ναι φτωχή η ζωή σε μια γη που δε θα φυτρώνουν μάλορν. Αλλά κανείς δεν μας έχει πει αν υπάρχουν δέντρα-μάλορν πέρα απ’ τη Μεγάλη Θάλασσα.

Όσο κουβέντιαζαν έτσι, η Ομάδα προχωρούσε αργά, ο ένας πίσω από τον άλλο, στα μονοπάτια του δάσους, με οδηγό το Χάλντιρ, ενώ το άλλο Ξωτικό περπατούσε πίσω. Ένιωθαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους ομαλή και μαλακή κι ύστερα από λίγο άρχισαν να περπατούν πιο ελεύθερα, χωρίς φόβο μην πέσουν ή χτυπήσουν. Στερημένος την όρασή του ο Φρόντο βρήκε πως η ακοή και οι άλλες του αισθήσεις είχαν γίνει οξύτερες. Μπορούσε να μυρίσει τα δέντρα και το γρασίδι που πατούσαν. Μπορούσε ν’ ακούσει τις διαφορετικές νότες στο θρόισμα των φύλλων πάνω του, το ποτάμι να μουρμουρίζει δεξιά του και τις λεπτές καθάριες φωνές των πουλιών στον ουρανό. Ένιωθε τον ήλιο στο πρόσωπό του και πάνω στα χέρια του κάθε φορά που περνούσαν από ξέφωτο.

Αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στην απέναντι όχθη του Ασημόφλεβου τον κυρίεψε ένα παράξενο αίσθημα, που δυνάμωνε όσο έμπαινε βαθύτερα στο Νάιθ: του φαινόταν λες κι είχε περάσει ένα γεφύρι στο χρόνο κι είχε βγει σε μια γωνιά των Παλιών Ημερών και πως τώρα περπατούσε σ’ ένα κόσμο που δεν υπήρχε πια. Στο Σκιστό Λαγκάδι υπήρχαν αναμνήσεις των αρχαίων πραγμάτων· στο Λόριεν τα αρχαία πράγματα ζούσαν ακόμα στο σημερινό κόσμο. Το κακό είχε φανεί κι ακουστεί εδώ κι είχε γίνει γνωριμία με τη λύπη· τα Ξωτικά φοβόνταν και δεν εμπιστεύονταν τον έξω κόσμο· οι λύκοι ούρλιαζαν στα σύνορα του δάσους: αλλά στη γη του Λόριεν δεν υπήρχε σκιά,