Выбрать главу

Όσο το Γκόλουμ έλειπε, ο Σαμ έριξε άλλη μια ματιά στο Φρόντο. Εξακολουθούσε να κοιμάται ήσυχα, αλλά του Σαμ τώρα του χτύπησε στο μάτι πόσο αδύνατα ήταν το πρόσωπό του και τα χέρια του.

«Παραείναι αδύνατος και ρουφηγμένος, μουρμούρισε. Δεν είναι σωστό για χόμπιτ. Αν καταφέρω να μαγειρέψω αυτά τα κουνέλια, θα τον ξυπνήσω.»

Ο Σαμ μάζεψε ένα σωρό από τις πιο ξερές φτέρες και σκαρφάλωσε στην πλαγιά μαζεύοντας ένα δεμάτι κλαράκια και σπασμένα ξύλα· το πεσμένο κλαδί ενός κέδρου στην κορφή τον προμήθεψε καλά. Ξερίζωσε μερικές τούφες χορτάρι στα ριζά της πλαγιάς, εκεί ακριβώς που τελείωναν οι φτέρες, κι έκανε ένα μικρό λάκκο και τοποθέτησε τα καυσόξυλά του. Όντας επιδέξιος με τσακμάκι και ίσκα, γρήγορα άναψε μια μικρή φωτιά. Έβγαζε ελάχιστο ή καθόλου καπνό κι ανάδινε μια αρωματική μυρωδιά. Εκεί που έσκυβε πάνω απ’ τη φωτιά του, προφυλάγοντάς την και δυναμώνοντάς τη με πιο χοντρά ξύλα, ήρθε και το Γκόλουμ, κουβαλώντας προσεχτικά τις κατσαρόλες και μουρμουρίζοντας.

Ακούμπησε κάτω τις κατσαρόλες και τότε ξαφνικά είδε τι έκανε ο Σαμ. Έβγαλε ένα λεπτό σφυριχτό ξεφωνητό κι έδειχνε τρομαγμένο και θυμωμένο.

— Αχ! Σσς — όχι! ξεφώνισε. Όχι! Ανόητοι χόμπιτ, χαζοί, ναι, χαζοί! Δεν πρέπει να το κάνουν.

— Δεν πρέπει να κάνουν τι; ρώτησε ο Σαμ έκπληκτος.

— Να κάνουν απαίσιες κόκκινες γλώσσες, σφύριξε το Γκόλουμ. Φωτιά, φωτιά! Είναι επικίνδυνο, ναι, είναι. Καίει, σκοτώνει. Και θα φέρει εχθρούς, ναι, θα φέρει.

— Δε νομίζω, είπε ο Σαμ. Και δε βλέπω το λόγο γιατί, αν δεν της βάλεις βρεγμένα ξύλα για να καπνίζει. Αλλά ακόμα κι αν καπνίζει, ας καπνίζει. Εγώ πάντως θα το διακινδυνεύσω. Τα κουνέλια θα τα μαγειρέψω.

— Θα μαγειρέψεις τα κουνέλια! στρίγκλιζε το Γκόλουμ απελπισμένα. Θα χαλάσεις το όμορφο κρέας που σου φύλαξε ο Σμήγκολ, ο καημένος, ο πεινασμένος ο Σμήγκολ! Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο, ανόητε χόμπιτ; Είναι μικρά, είναι τρυφερά, είναι νόστιμα. Φά’ τα, φά’ τα!

Άπλωσε τα χέρια του στο πιο κοντινό κουνέλι, που ήταν κιόλας γδαρμένο, ακουμπισμένο πλάι στη φωτιά.

— Έλα, έλα! είπε ο Σαμ. Ο καθένας με τον τρόπο του. Το ψωμί μας σε αηδιάζει και το ωμό κουνέλι αηδιάζει εμένα. Αν μου δώσεις κουνέλι, το κουνέλι είναι δικό μου, κατάλαβες, να το μαγειρέψω, αν θέλω. Δε χρειάζεται να με κοιτάς. Πήγαινε και πιάσε άλλο και φά’ το όπως σ’ αρέσει — κάπου ξεχωριστά, για να μη σε βλέπω. Τότε, εσύ δε θα βλέπεις τη φωτιά κι εγώ δε θα βλέπω εσένα και θα ’μαστε κι οι δυο μας πιο ευχαριστημένοι. Εγώ θα φροντίσω να μην καπνίσει η φωτιά, αν αυτό σε παρηγορεί.

Το Γκόλουμ αποτραβήχτηκε μουρμουρίζοντας και σύρθηκε στις φτέρες. Ο Σαμ ασχολήθηκε με τις κατσαρόλες του.

— Αυτό που ένας χόμπιτ χρειάζεται μαζί με το κουνέλι, μονολόγησε, είναι αρωματικά φυτά και ρίζες, ιδιαίτερα πατάτες — για να μην πω και ψωμί. Όσο για τα χορταρικά, θα τα βολέψουμε, κατά τα φαινόμενα.

— Γκόλουμ! φώναξε σιγανά. Έλα, τρίτη και τελευταία. Χρειάζομαι μερικά αρωματικά χόρτα.

Το κεφάλι του Γκόλουμ ξεπρόβαλε ανάμεσα απ’ τις φτέρες, αλλά η όψη του δεν ήταν ούτε εξυπηρετική ούτε φιλική.

— Μερικά δαφνόφυλλα, λίγο θυμάρι και αλισφακιά φτάνουν — πριν βράσει το νερό, είπε ο Σαμ.

Όχι! είπε το Γκόλουμ. Ο Σμήγκολ δεν είναι ευχαριστημένος. Και στο Σμήγκολ δεν αρέσουν τα φύλλα που βρομάνε. Κι ούτε τρώει χορτάρια ή ρίζες, όχι, πολύτιμο, όχι, εκτός και πεθαίνει της πείνας ή είναι πολύ άρρωστος, ο κακομοίρης ο Σμήγκολ.

— Ο Σμήγκολ θα βρεθεί στο καυτό νερό, όταν αυτό το νερό βράσει, αν δεν κάνει αυτό που του λένε, αγρίεψε ο Σαμ. Ο Σαμ θα του χώσει το κεφάλι μέσα, ναι, πολύτιμο. Και θα τον κάνω να πάει να βρει γογγύλια, καρότα και ’τάτες, αν ήταν η κατάλληλη εποχή του χρόνου. Πάω στοίχημα πως υπάρχουν όλων των λογιών καλά πράγματα να φυτρώνουν άγρια σ’ αυτόν τον τόπο. Θα ’δινα όσα κι όσα για μισή ντουζίνα ’τάτες.

— Ο Σμήγκολ δεν πάει, ω, όχι, πολύτιμο, όχι τούτη τη φορά, σφύριξε το Γκόλουμ. Φοβάται και είναι πολύ κουρασμένος κι αυτός ο χόμπιτ δεν είναι καλός, καθόλου καλός. Ο Σμήγκολ δεν πάει να ψάξει για ρίζες και καρότα και — ’τάτες. Τι είναι ’τάτες, πολύτιμο, ε, τι είναι ’τάτες;

— Πα-τά-τες, είπε ο Σαμ. Η καλύτερη λιχουδιά του Γέρου, και πολύ καλή σαβούρα γι’ άδεια κοιλιά. Αλλά δεν πρόκειται να βρεις, γι’ αυτό δε χρειάζεται να ψάξεις. Αλλά, άντε σαν καλό παιδί, Σμήγκολ, και φέρε μου τα χορταρικά και θ’ αλλάξω γνώμη για σένα. Κι ακόμα, αν αλλάξεις και γίνεις καλός, θα σου μαγειρέψω μερικές ’τάτες καμιά μέρα. Σ’ το υπόσχομαι: τηγανητό ψάρι με πατατάκια σερβιρισμένο από το Σ. Γκάμγκη. Δε θα πεις όχι γι’ αυτό.