— Είναι εδώ ο Έομερ; ρώτησε. Έρχεστε επιτέλους, αλλά πολύ αργά και με πολύ λίγη δύναμη. Η κατάσταση χειροτέρεψε από τότε που έπεσε ο Θέοντρεντ. Μας ανάγκασαν χτες να υποχωρήσουμε από τον Ίσεν με μεγάλες απώλειες· πολλοί χάθηκαν περνώντας το ποτάμι. Τότε, τη νύχτα, καινούριες ενισχύσεις έπεσαν πάνω στον καταυλισμό μας, περνώντας το ποτάμι· κι ο Σάρουμαν έχει οπλίσει τους άγριους κατοίκους των λόφων και τους βοσκούς της Μαυροχώματης Χώρας πέρα απ’ τα ποτάμια, κι όλους αυτούς τους έχει εξαπολύσει εναντίον μας. Νικηθήκαμε. Ο σχηματισμός από τις ασπίδες μας έσπασε. Ο Έρκενμπραντ του Γουέστφολντ έχει τραβήξει όσους άντρες μπόρεσε να μαζέψει κατά το Φαράγγι του Χελμ. Οι υπόλοιποι είναι σκορπισμένοι.
»Πού είναι ο Έομερ; Πείτε του πως δεν έχει ελπίδες μπροστά. Θα πρέπει να γυρίσει πίσω στο Έντορας, πριν φτάσουν εκεί οι λύκοι του Ίσενγκαρντ.
Ο Θέοντεν είχε καθίσει σιωπηλός, κρυμμένος απ’ τα μάτια του ανθρώπου, πίσω από τους φρουρούς του· τώρα σπιρούνισε τ’ άλογό του μπροστά.
— Έλα και στάσου μπροστά μου, Κέορλ! είπε. Είμαι εδώ. Ο τελευταίος στρατός των Εορλίγκας έχει εκστρατεύσει. Δε θα γυρίσει πίσω χωρίς να δώσει μάχη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου φωτίστηκε από χαρά και απορία. Τεντώθηκε. Ύστερα γονάτισε, προσφέροντας το στομωμένο του σπαθί στο βασιλιά.
— Διατάξτε, κύριε! φώναξε. Και συγχωρέστε με! Νόμισα...
— Νόμισες πως έμεινα στο Μέντουσελντ, σκυφτός σαν το γέρικο δέντρο κάτω απ’ το χειμωνιάτικο χιόνι. Έτσι ήταν όταν ξεκίνησες για τον πόλεμο. Αλλά ένας δυτικός άνεμος τίναξε τα κλαδιά, είπε ο Θέοντεν. Δώστε σ’ αυτόν τον άντρα ξεκούραστο άλογο! Και πάμε να βοηθήσουμε τον Έρκεμπραντ!
Όσο μιλούσε ο Θέοντεν, ο Γκάνταλφ προχώρησε λίγο μπροστά και στάθηκε εκεί μονάχος, κοιτάζοντας βόρεια στο Ίσενγκαρντ και δυτικά στον ήλιο που έπεφτε. Τώρα ήρθε πίσω.
— Τρέξε, Θέοντεν! είπε. Τρέξε στο Φαράγγι του Χελμ. Μην πας στα Περάσματα του Ίσεν και μην καθυστερείς στον κάμπο! Εγώ πρέπει να σας αφήσω για λίγο. Ο Ίσκιος πρέπει τώρα να με πάει κάπου που έχω βιαστική δουλειά. Γυρίζοντας στον Άραγκορν και στον Έομερ και τους ακόλουθους του βασιλιά, φώναξε: Να προσέχετε τον άρχοντα του Μαρκ. Να με περιμένετε στην Πύλη του Χελμ! Έχετε γεια!
Είπε μια λέξη στον Ίσκιο και, σαν βέλος που τινάζεται απ’ το τόξο, το μεγάλο άλογο τινάχτηκε μπροστά. Κι ενώ κοίταζαν, χάθηκε — μια ασημένια αστραπή στο ηλιοβασίλεμα, ένας άνεμος στο χορτάρι, μια σκιά που έτρεχε και χάθηκε από τα μάτια. Ο Ασπροχαίτης χρεμέτισε και πισωπάτησε, έτοιμος ν’ ακολουθήσει· αλλά μόνο γρήγορο πουλί πετάμενο θα μπορούσε να τον προλάβει.
— Τι σημαίνει αυτό; είπε ένας φρουρός στο Χάμα.
— Πως ο Γκάνταλφ ο Γκριζοντυμένος βιάζεται, απάντησε ο Χάμα. Πάντα πάει κι έρχεται δίχως να τον περιμένεις.
— Ο Φιδόγλωσσος, αν ήταν εδώ, δε θα δυσκολευόταν να βρει εξήγηση, είπε ο άλλος.
— Σωστά, είπε ο Χάμα· αλλά εγώ θα περιμένω, ώσπου να δω τον Γκάνταλφ ξανά.
— Μπορεί να περιμένεις πολύ, είπε ο άλλος.
Ο στρατός τώρα άφησε το δρόμο για τα Περάσματα του Ίσεν και πήραν κατεύθυνση δυτικά. Η νύχτα έπεσε, μα αυτοί εξακολουθούσαν να καλπάζουν. Οι λόφοι πλησίασαν, αλλά οι ψηλές κορφές των Θρίχαϊρν ήταν κιόλας θαμπές στον ουρανό που σκοτείνιαζε. Μερικά μίλια πιο πέρα, στην πέρα άκρη της Κοιλάδας του Γουέστφολντ, υπήρχε ένα πράσινο λαγκάδι, μια βαθιά αγκαλιά ανάμεσα στα βουνά, απ’ όπου άρχιζε ένα φαράγγι που χανόταν μέσα στους λόφους. Οι άνθρωποι της περιοχής το είχαν ονομάσει το Φαράγγι του Χελμ, από έναν ήρωα περασμένων πολέμων που είχε εκεί το κρησφύγετό του. Όλο και πιο απόκρημνα και πιο στενά έμπαινε μέσα βαθιά, φιδοσέρνονταν από τα βορινά κάτω από τη σκιά των Θρίχαϊρν, ώσπου οι κορακοφωλιασμένοι λόφοι υψώνονταν σαν θεόρατοι πύργοι κι απ’ τις δυο πλευρές, κρύβοντας το φως.
Στην Πύλη του Χελμ, στην είσοδο του Φαραγγιού, ο βορινός λόφος ξεπέταγε ένα θεόρατο βράχο. Εκεί ψηλά στην κορυφή στέκονταν θεόρατα τείχη από αρχαίες πέτρες και από μέσα τους ορθώνονταν ένας ψηλός πύργος. Οι άνθρωποι έλεγαν πως τον παλιό καιρό του μεγαλείου της Γκόντορ οι βασιλιάδες της Θάλασσας είχαν χτίσει εκεί ένα φρούριο με χέρια γιγάντων. Το έλεγαν το Φρούριο της Σάλπιγγας, γιατί αν ακουγόταν σάλπιγγα στον πύργο, αντηχούσε στο Φαράγγι πίσω, λες και αποξεχασμένοι στρατοί ξεκινούσαν για τον πόλεμο απ’ τις σπηλιές κάτω από τους λόφους. Οι παλιοί είχαν επίσης φτιάξει ένα τείχος απ’ το Φρούριο της Σάλπιγγας ως το νότιο γκρεμό, κλείνοντας έτσι την είσοδο του φαραγγιού. Από κάτω του, μέσα από ένα φαρδύ αγωγό, έβγαινε το Ρέμα του Φαραγγιού. Τυλιγόταν γύρω από τα πόδια του Βράχου της Σάλπιγγας και ύστερα χυνόταν σ’ ένα αυλάκι, διασχίζοντας ένα μεγάλο καταπράσινο τρίγωνο, κατηφορίζοντας μαλακά από την Πύλη του Χελμ στο Χαντάκι του Χελμ. Από κει χυνόταν στο Λαγκάδι κι ύστερα έξω στην Κοιλάδα του Γουέστφολντ. Εκεί, στο Φρούριο της Σάλπιγγας, στην Πύλη του Χελμ, στα σύνορα του Μαρκ, ζούσε τώρα ο Έρκενμπραντ, ο άρχοντας του Γουέστφολντ. Καθώς οι μέρες σκοτείνιαζαν με την απειλή του πολέμου, όντας συνετός, είχε επιδιορθώσει το τείχος κι είχε ενισχύσει το φρούριο.