Η φωνή του ακουγόταν ψιλή και τρεμουλιαστή στον κρύο σκοτεινό πύργο – η φωνή ενός έρημου και κατάκοπου χόμπιτ, που κανένας ορκ, αν την άκουγε, δεν υπήρχε περίπτωση να την μπερδέψει για το καθάριο τραγούδι κάποιου Ξωτικο-άρχοντα. Μουρμούριζε παλιά παιδικά τραγουδάκια του Σάιρ και κομμάτια από τους στίχους του Μπίλμπο, που περνούσαν από το νου του σαν φευγαλέες εικόνες της πατρίδας του. Και τότε, ξαφνικά, νέα δύναμη γεννήθηκε μέσα του και η φωνή του αντήχησε δυνατά, ενώ λόγια ήρθαν αβίαστα να ταιριάξουν τον απλό σκοπό.
«Απ’ όλους τους πέτρινους πύργους πιο πάνω», άρχισε πάλι κι ύστερα κόπηκε απότομα. Του φάνηκε πως είχε ακούσει μια αδύναμη φωνή να του απαντάει. Τώρα όμως δεν άκουγε τίποτα. Ναι, κάτι μπορούσε ν’ ακούσει, όχι όμως φωνή. Βήματα πλησίαζαν. Τώρα κάποια πόρτα άνοιγε σιγά στο διάδρομο· έτριζαν οι μεντεσέδες. Ο Σαμ μαζεύτηκε κι έστησε αυτί. Η πόρτα έκλεισε μ’ ένα υπόκωφο χτύπο· κι ύστερα μια άγρια φωνή αντήχησε:
– Ε, αυτού πέρα! Εσύ εκεί πάνω, βρομοπόντικο! Σταμάτα τα τσιρίγματα, ειδαλλιώς θα ’ρθω και θα σε ταχτοποιήσω. Μ’ ακούς;
Καμιά απάντηση.
– Εντάξει, γρύλισε ο Σνάγκα. Θα ’ρθω όμως να σου ρίξω μια ματιά, για καλό και για κακό, και να δω τι σκαρώνεις.
Οι μεντεσέδες έτριξαν ξανά κι ο Σαμ, κρυφοκοιτάζοντας τώρα απ’ τη γωνία στο κατώφλι του διαδρόμου, είδε ένα φως να τρεμοσβήνει από μια ανοιχτή πόρτα και τη θαμπή μορφή ενός ορκ να βγαίνει έξω. Έμοιαζε να μεταφέρει μία σκάλα. Ξαφνικά ο Σαμ κατάλαβε – το πιο ψηλό δωμάτιο το έφτανε κανείς από μια καταπακτή στο ταβάνι του διαδρόμου. Ο Σνάγκα σήκωσε όρθια τη σκάλα, τη στήριξε κι ύστερα ανέβηκε και χάθηκε. Ο Σαμ άκουσε να τραβούν ένα σύρτη. Ύστερα άκουσε την απαίσια φωνή να μιλάει ξανά.
– Κάτσε ήσυχα, γιατί θα το πληρώσεις! Δε σου μένει και πολύς καιρός να ζήσεις ήσυχα, φαντάζομαι· αλλά αν δε θες η διασκέδαση ν’ αρχίσει από τώρα, βούλωσ’ το, εντάξει; Πάρε και μια για να το θυμάσαι!
Ακούστηκε κάτι σαν πλατάγισμα μαστιγίου.
Σαν τ’ άκουσε αυτό ο θυμός του Σαμ φούντωσε απότομα. Πετάχτηκε τρέχοντας κι ανέβηκε τη σκάλα σαν γάτος. Το κεφάλι του βγήκε στη μέση του πατώματος ενός μεγάλου στρογγυλού δωματίου. Ένα κόκκινο φανάρι κρεμόταν από το ταβάνι· το δυτικό μακρόστενο παράθυρο ήταν ψηλό και σκοτεινό. Κάτι βρισκόταν καταγής στον τοίχο κάτω από το παράθυρο, αλλά από πάνω του βρισκόταν μια μαύρη σιλουέτα ορκ. Σήκωσε το μαστίγιο για δεύτερη φορά, αλλά το χτύπημα ποτέ δεν έπεσε.
Μ’ ένα ξεφωνητό ο Σαμ όρμησε με το Κεντρί στο χέρι. Ο ορκ έστριψε, αλλά πριν προλάβει να κουνηθεί ο Σαμ του έκοψε το χέρι με το μαστίγιο από το μπράτσο. Ουρλιάζοντας από τον πόνο και το φόβο και απελπισμένος ο ορκ όρμησε με το κεφάλι μπροστά. Το επόμενο χτύπημα του Σαμ δε βρήκε το στόχο του και, χάνοντας την ισορροπία του, έπεσε προς τα πίσω, αρπάζοντας και τον ορκ που είχε σκοντάψει πάνω του. Πριν προλάβει να σηκωθεί, άκουσε μια κραυγή κι έναν υπόκωφο θόρυβο. Ο ορκ στην άγρια βιασύνη του είχε σκοντάψει στο πάνω μέρος της σκάλας και είχε πέσει απ’ την καταπακτή που ήταν ανοιχτή. Ο Σαμ ούτε που του έδωσε σημασία. Έτρεξε στη μορφή που ήταν κουλούριασμένη στο πάτωμα. Ήταν ο Φρόντο.
Ήταν γυμνός κι έμοιαζε λιπόθυμος πάνω σ’ ένα σωρό βρόμικα κουρέλια — είχε το χέρι του σηκωμένο ψηλά, για να προφυλάξει το κεφάλι του και στα πλευρά του απλωνόταν μια άσχημη κοκκινίλα από μαστίγιο.
– Φρόντο! κύριε Φρόντο, καλέ μου! φώναξε ο Σαμ, μισοτυφλωμένος από τα δάκρυα. Ο Σαμ είμαι, ήρθα!
Μισοσήκωσε τον κύριό του και τον έσφιξε στην αγκαλιά του. Ο Φρόντο άνοιξε τα μάτια του.
– Ακόμα ονειρεύομαι; μουρμούρισε. Τα άλλα όνειρα όμως ήταν φοβερά.