Выбрать главу

– Δεν ονειρεύεσαι καθόλου, Κύριε, είπε ο Σαμ. Είναι αλήθεια. Εγώ είμαι. Ήρθα.

– Δεν μπορώ να το πιστέψω, είπε ο Φρόντο, πιάνοντάς τον σφιχτά. Ήταν ένας ορκ μ’ ένα μαστίγιο κι ύστερα έγινε ο Σαμ! Δηλαδή δεν ονειρευόμουν, όταν άκουσα εκείνο το τραγούδι κάτω και προσπάθησα να απαντήσω; Εσύ ήσουν;

– Και, βέβαια, εγώ ήμουνα, κύριε Φρόντο. Είχα χάσει κάθε ελπίδα, σχεδόν. Δεν μπορούσα να σε βρω.

– Πάντως τώρα με βρήκες, Σαμ, καλέ μου, Σαμ, είπε ο Φρόντο και βολεύτηκε στην απαλή αγκαλιά του Σαμ κλείνοντας τα μάτια, σαν το μικρό παιδί που αναπαύεται όταν κάποια αγαπημένη φωνή ή χέρι τού διώξει μακριά τους νυκτερινούς του φόβους.

Ο Σαμ ένιωθε πως θα μπορούσε να καθίσει έτσι ώρες ατέλειωτες απ’ τη χαρά του· αλλά αυτό δε γινόταν. Δεν αρκούσε που είχε βρει τον κύριό του, έπρεπε ακόμα να προσπαθήσει να τον σώσει. Φίλησε το μέτωπο του Φρόντο.

– Έλα! Ξύπνα, κύριε Φρόντο! είπε, προσπαθώντας να ακουστεί χαρούμενος, όπως τότε που τραβούσε τις κουρτίνες στο Μπαγκ Εντ τα καλοκαιριάτικα πρωινά.

Ο Φρόντο αναστέναξε κι ανακάθισε:

– Πού είμαστε; Πώς βρέθηκα εδώ; ρώτησε.

– Δεν έχουμε ώρα για ιστορίες, ώσπου να πάμε κάπου αλλού, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ. Πάντως βρίσκεσαι στην κορφή εκείνου του πύργου που εσύ κι εγώ είδαμε από κάτω, όταν βγήκαμε απ’ τη στοά, πριν σε πιάσουν οι ορκ. Δεν ξέρω πόσες ώρες έχουν περάσει από τότε. Πάνω από μέρα, φαντάζομαι.

– Τόσο μόνο; είπε ο Φρόντο. Μοιάζει βδομάδες. Πρέπει να μου τα πεις όλα, αν βρούμε την ευκαιρία. Κάτι με χτύπησε, έτσι δεν είναι; Κι έπεσα σε σκοτάδια και σε φοβερά όνειρα, και ξύπνησα και είδα πως το ξύπνημα ήταν χειρότερο. Ορκ βρίσκονταν παντού ολόγυρά μου. Νομίζω πως μου έδιναν δια της βίας να πιω κάποιο απαίσιο καυτερό ποτό. Το κεφάλι μου καθάρισε, πονούσα όμως και ήμουν κατάκοπος. Με έγδυσαν και μου τα πήραν όλα· και ύστερα ήρθαν δυο μεγάλα κτήνη κι άρχισαν να με ανακρίνουν, να με ανακρίνουν, ώσπου νόμισα πως θα τρελαθώ, έτσι όπως στέκονταν εκεί, όλο χαιρεκακία, χαϊδεύοντας τα μαχαίρια τους. Ποτέ δε θα ξεχάσω τα γαμψά τους νύχια και τα μάτια τους.

– Σίγουρα δε θα τα ξεχάσεις, αν δεν πάψεις να μιλάς γι’ αυτά, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ. Κι αν δε θέλουμε να τους ξαναδούμε, τότε, όσο γρηγορότερα ξεκινήσουμε, τόσο το καλύτερο. Μπορείς να περπατήσεις;

– Ναι, μπορώ, είπε ο Φρόντο και σηκώθηκε σιγά σιγά. Δεν είμαι τραυματισμένος, Σαμ. Νιώθω μόνο πολύ κουρασμένος κι έχω έναν πόνο εδώ.

Έβαλε το χέρι του στο πίσω μέρος του λαιμού του πάνω από τον αριστερό του ώμο. Στάθηκε όρθιος και στο Σαμ φάνηκε λες και ήταν ντυμένος στις φλόγες – το γυμνό του δέρμα ήταν ολοπόρφυρο στο φως της λάμπας, που κρεμόταν ψηλά. Πήγε κι ήρθε στο δωμάτιο δυο φορές.

– Τώρα είμαι καλύτερα! είπε – και έφτιαξε καμπόσο η διάθεση του. Δεν τολμούσα να κουνηθώ όταν με άφηναν μονάχο, γιατί αμέσως ερχόταν ένας από τους φρουρούς. Ώσπου άρχισαν οι φωνές και οι συμπλοκές. Τα δυο μεγάλα κτήνη – τσακώθηκαν, νομίζω. Για μένα και τα πράγματά μου. Εγώ καθόμουν εδώ καταφοβισμένος. Κι ύστερα έπεσε νεκρική σιγή κι αυτό ήταν χειρότερο.

– Ναι, φαίνεται πως τσακώθηκαν, είπε ο Σαμ. Θα πρέπει να ’ταν καμιά διακοσαριά απ’ αυτά τα βρομερά πλάσματα εδώ. Λίγο δύσκολο να τα βγάλει πέρα μαζί τους ο Σαμ Γκάμγκη, θα ’λεγα. Αλλά κάνανε όλο το μακελειό μοναχοί τους. Αυτό θα πει τύχη, αλλά είναι πολύ μεγάλη ιστορία για να την κάνουμε τραγούδι, αν δε βγούμε από δω πρώτα. Και τώρα τι κάνουμε; Δεν μπορείς να βγεις περίπατο στη Μαύρη Χώρα με δίχως τίποτα έξω απ’ το πετσί σου, κύριε Φρόντο.

– Τα πήραν όλα, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Ό,τι είχα και δεν είχα. Καταλαβαίνεις; Όλα!

Μαζεύτηκε καταγής πάλι κι έσκυψε το κεφάλι, καθώς τα ίδια του τα λόγια τον έκαναν να καταλάβει το μέγεθος της καταστροφής και τον κυρίεψε απελπισία.

– Πάει η αποστολή, Σαμ. Ακόμα κι αν βγούμε από δω, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Μόνο τα Ξωτικά μπορούν να ξεφύγουν, να πάνε πέρα μακριά, να φύγουν απ’ τη Μέση-γη, πέρα από τη Θάλασσα. Και ποιος ξέρει αν κι αυτή ακόμα θα είναι αρκετά πλατιά για να μην αφήσει τη Σκιά να περάσει.

– Όχι, όχι όλα, κύριε Φρόντο. Και η αποστολή δεν πάει, όχι ακόμα. Το πήρα εγώ, κύριε Φρόντο, με το συμπάθιο. Και το φύλαξα καλά. Το ’χω περασμένο στο λαιμό μου τώρα κι είναι στ’ αλήθεια φορτίο τρομερό.

Ο Σαμ ψαχούλεψε γυρεύοντας το Δαχτυλίδι και την αλυσίδα του.

– Φαντάζομαι όμως πως πρέπει να το πάρεις ξανά.

Τώρα που έπρεπε να το δώσει, ο Σαμ ένιωθε απρόθυμος να παραδώσει το Δαχτυλίδι και να φορτώσει πάλι μ’ αυτό τον κύριό του.

– Το ’χεις; λαχάνιασε ο Φρόντο. Το ’χεις εδώ; Σαμ, είσαι καταπληκτικός!

Ύστερα γρήγορα και παράξενα ο τόνος του άλλαξε.

– Δώσ’ το μου! φώναξε και σηκώθηκε όρθιος, απλώνοντας τρεμάμενο το χέρι του. Δώσ’ το μου αμέσως! Δεν μπορεί να το ’χεις εσύ.