– Εντάξει, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ, κάπως ξαφνιασμένος. Ορίστε! Αργά αργά έβγαλε έξω το Δαχτυλίδι και πέρασε την αλυσίδα πάνω απ’ το κεφάλι του.
– Αλλά βρίσκεσαι στη γη της Μόρντορ τώρα, κύριε· κι όταν βγεις έξω, θα δεις το Πύρινο Βουνό, τα πάντα. Θα βρεις το Δαχτυλίδι πολύ επικίνδυνο τώρα και δύσκολο να το κουβαλάς. Αν σου είναι πολύ δύσκολο, μήπως θα ’θελες να το μοιραστούμε;
– Όχι, όχι! φώναξε ο Φρόντο, αρπάζοντας Δαχτυλίδι κι αλυσίδα απ’ τα χέρια του Σαμ. Όχι, καθόλου, παλιοκλέφτη!
Ήταν λαχανιασμένος και κοίταζε το Σαμ με μάτια τεντωμένα από το φόβο και την εχθρότητα. Ύστερα, ξαφνικά, κρατώντας το Δαχτυλίδι σφιχτά στο χέρι, στάθηκε κεραυνόπληκτος. Μια ομίχλη λες κι έφυγε από τα μάτια του και πέρασε το χέρι του στο πονεμένο του μέτωπο. Το απαίσιο όραμα του είχε φανεί πολύ αληθινό, μισοθολωμένος όπως ήταν ακόμη από την πληγή και το φόβο. Ο Σαμ είχε μεταμορφωθεί μπροστά στα μάτια του σε ορκ ξανά, που κοιτούσε με πανουργία και ψαχούλευε το θησαυρό του, ένα απαίσιο μικρόσωμο πλάσμα με μάτια γεμάτα πλεονεξία και στόμα που έσταζε σάλια. Τώρα όμως το όραμα πέρασε. Κι εκεί ήταν ο Σαμ γονατιστός μπροστά του, το πρόσωπό του συσπασμένο από τον πόνο, λες και τον είχαν μαχαιρώσει στην καρδιά· δάκρυα ανάβλυζαν απ’ τα μάτια του.
– Ω, Σαμ! φώναξε ο Φρόντο. Τι ειπα; Τι έκανα; Συγχώρεσέ με! Ύστερα από όσα έχεις κάνει. Φταίει η φοβερή δύναμη του Δαχτυλιδιού. Μακάρι να μην είχε ποτέ, ποτέ, βρεθεί. Αλλά μη με ξεσυνερίζεσαι, Σαμ. Εγώ πρέπει -να μεταφέρω το φορτίο ως το τέλος. Δε γίνεται διαφορετικά. Δεν μπορείς να μπεις ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ ό,τι είναι γραμμένο.
– Εντάξει, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ σκουπίζοντας τα μάτια με το μανίκι του, καταλαβαίνω. Μπορώ όμως ακόμα να βοηθήσω, έτσι δεν είναι; Πρέπει να σε βγάλω από δω, Αμέσως, καταλαβαίνεις; Αλλά πρώτα πρώτα χρειάζεσαι μερικά ρούχα κι εξοπλισμό κι ύστερα κάτι να φας. Τα ρούχα θα ’ναι το πιο εύκολο. Μια και βρισκόμαστε στη Μόρντορ, το καλύτερο είναι να ντυθούμε με τη μόδα της Μόρντορ· κι οπωσδήποτε δεν έχουμε κι άλλη εκλογή. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να φορέσεις ρούχα των ορκ, κύριε Φρόντο. Το ίδιο κι εγώ. Μια και θα πάμε μαζί, θα πρέπει και να ταιριάζουμε. Τυλίξου τώρα με τούτο!
Ο Σαμ ξεκούμπωσε τον γκρίζο μανδύα του και τον έριξε στις πλάτες του Φρόντο. Ύστερα έβγαλε το σακίδιό του και το ακούμπησε στο πάτωμα. Έβγαλε το Κεντρί από το θηκάρι του. Η λάμα δε γυάλιζε καθόλου.
– Το ’χα ξεχάσει αυτό, κύριε Φρόντο, είπε. Όχι, δεν τα πήραν όλα! Μου δάνεισες το Κεντρί, αν θυμάσαι, και το γυαλί της Κυράς. Τα ’χω και τα δυο ακόμα. Άφησε τα μου όμως λίγο ακόμα, κύριε Φρόντο. Πρέπει να πάω να δω τι θα μπορέσω να βρω. Μείνε εσύ εδώ. Περπάτα λιγάκι να ξεμουδιάσουν τα πόδια σου. Δε θ’ αργήσω! Δεν έχω να πάω μακριά.
– Πρόσεχε, Σαμ! είπε ο Φρόντο. Και κάνε γρήγορα. Μπορεί να ’χει ακόμα ζωντανούς ορκ και να παραφυλάνε πουθενά.
– Πρέπει να το διακινδυνεύσω, είπε ο Σαμ.
Πήγε στην καταπακτή και κατέβηκε αθόρυβα τη σκάλα. Σε ένα λεπτό ξαναφάνηκε. Έριξε ένα μακρύ μαχαίρι στο πάτωμα.
– Να κάτι που μπορεί να ’ναι χρήσιμο, είπε. Είναι πεθαμένος – αυτός που σε χτύπησε με το μαστίγιο. Έσπασε τη σπονδυλική του στήλη, καταπώς φαίνεται, από τη βιασύνη του. Τώρα τράβα πάνω τη σκάλα, αν μπορείς, κύριε Φρόντο· και μην την κατεβάσεις, αν δε μ’ ακούσεις να πω το σύνθημα. Θα φωνάξω Elbereth. Αυτό το λένε μόνο τα Ξωτικά. Κανένας ορκ δε θα το ’λεγε ποτέ.
Ο Φρόντο κάθισε για λίγο και αναρριγούσε καθώς τρομεροί φόβοι περνούσαν ασταμάτητα απ’ το νου του. Ύστερα σηκώθηκε, τυλίχτηκε με τον ξωτικό-μανδύα και, για να απασχολήσει το μυαλό του, άρχισε να πηγαινοέρχεται, ψάχνοντας και κοιτάζοντας σε κάθε γωνιά της φυλακής του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, αν κι ο φόβος την έκανε να μοιάζει με ώρα ολόκληρη τουλάχιστον, όταν άκουσε το Σαμ να φωνάζει σιγανά από κάτω: Elbereth, Elbereth. Ο Φρόντο κατέβασε την ελαφριά σκάλα. Κι ο Σαμ ανέβηκε, ξεφυσώντας, κουβαλώντας ένα μεγάλο μπόγο στο κεφάλι του. Τον άφησε να πέσει χάμω υπόκωφα.
– Γρήγορα τώρα, κύριε Φρόντο! είπε. Χρειάστηκε να ψάξω λίγο για να βρω τίποτα στα μέτρα μας. Αλλά θα πρέπει να βολευτούμε όπως όπως. Θα πρέπει όμως να βιαστούμε. Δε βρήκα τίποτα ζωντανό, ούτε είδα τίποτα, αλλά δε νιώθω άνετα. Νομίζω πως το μέρος αυτό το παρακολουθούν, Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά να... έχω το αίσθημα πως κάποιος απ’ αυτούς τους βρομερούς ιπτάμενους Καβαλάρηδες να τριγύριζε, πάνω ψηλά στα σκοτάδια, που δεν μπορούμε να τον δούμε.
Άνοιξε τον μπόγο. Ο Φρόντο κοίταξε μ’ αηδία το περιεχόμενο, αλλά δε γινόταν αλλιώς – ή έπρεπε να τα φορέσει ή να γυρίζει γυμνός. Είχε ένα μακρύ τριχωτό παντελόνι από τομάρι κάποιου βρόμικου ζώου και ένα καταλερωμένο δερμάτινο αμπέχονο. Τα φόρεσε. Πάνω από το αμπέχονο φοριόταν ένας γεροφτιαγμένος αλυσιδωτός θώρακας, κοντός για ένα μεγαλόσωμο ορκ, πολύ μακρύς και βαρύς όμως για το Φρόντο. Ολόγυρα πέρασε μια ζώνη απ’ όπου κρεμόταν ένα κοντό θηκάρι μ’ ένα πλατύ σπαθί. Ο Σαμ είχε φέρει αρκετά κράνη ορκ. Ένα απ’ αυτά έκανε αρκετά καλά του Φρόντο· ήταν μια μαύρη κάσκα με σιδερένιο γείσο και σιδερένιες παραγναθίδες ντυμένες με δέρμα, που πάνω τους ήταν ζωγραφισμένο κόκκινο το απαίσιο Μάτι πάνω απ’ το γαμψό επιρρίνεο.