Выбрать главу

– Τα πράγματα από τη Μόργκουλ, η εξάρτυση του Γκόρμπαγκ, θα σου ’ρχονταν καλύτερα κι ήταν και πιο καλοφτιαγμένα, είπε ο Σαμ, αλλά δε θα ταίριαζε, φαντάζομαι, να μπούμε στη Μόρντορ φορώντας τα διάσημά του, ύστερα μάλιστα απ’ ό,τι έγινε εδώ. Λοιπόν, εντάξει, κύριε Φρόντο. Ένας τέλειος μικρός ορκ – με το συμπάθιο – ή τουλάχιστο θα ’σουνα, αν μπορούσαμε να σκεπάσουμε το πρόσωπό σου με μια μάσκα, να σου μακρύνουμε τα χέρια και να στραβώσουμε τα πόδια σου. Τούτο όμως θα κρύψει μερικά.

Έριξε ένα μεγάλο μαύρο μανδύα στους ώμους του Φρόντο.

– Τώρα είσαι έτοιμος! Διαλέγεις και μια ασπίδα φεύγοντας.

– Κι εσύ, Σαμ; είπε ο Φρόντο. Δε θα μου μοιάσεις;

– Λοιπόν, κύριε Φρόντο, το έχω σκεφτεί, είπε ο Σαμ. Καλύτερα να μην αφήσω τίποτα από τα πράγματά μου πίσω, ούτε μπορούμε να τα καταστρέψουμε Και δεν μπορώ να φορέσω την εξάρτυση των ορκ πάνω απ’ όλα μου τα ρούχα, έτσι δεν είναι; Θα πρέπει να κουκουλωθώ.

Γονάτισε και με προσοχή δίπλωσε τον ξωτικο-μανδύα του προσεκτικά. Έγινε ένα εκπληκτικά μικρό δέμα που το έβαλε στο σακίδιο του, που βρισκόταν στο πάτωμα. Ύστερα σηκώθηκε, το πέρασε στις πλάτες του, έβαλε ένα κράνος ορκ στο κεφάλι του κι έριξε έναν άλλο μαύρο μανδύα στους ώμους του.

– Εντάξει! είπε. Τώρα μοιάζουμε, αρκετά. Και τώρα δρόμο!

– Δεν μπορώ να κάνω όλη τη διαδρομή μεμιάς, Σαμ, είπε ο Φρόντο μ’ ένα στραβό χαμόγελο. Ελπίζω να πήρες πληροφορίες για τα πανδοχεία στο δρόμο; Ή ξέχασες το φαγητό και το πιοτό;

– Φτου να πάρει! το ’χα ξεχάσει ολότελα! είπε ο Σαμ – σφύριξε όλος στεναχώρια. Μπα σε καλό μου, κύριε Φρόντο, έφυγες και με ψόφησες της πείνας και της δίψας! Ούτε και ξέρω πότε έφαγα και ήπια για τελευταία φορά. Το ξέχασα, προσπαθώντας να σε βρω. Αλλά, για κάτσε να θυμηθώ! Την τελευταία φορά που κοίταξα είχα αρκετό από εκείνο το ψωμί-για-το-δρόμο κι ό,τι μας έδωσε ο Καπετάν Φαραμίρ, για δυο βδομάδες το πολύ πολύ. Το παγούρι μου όμως ζήτημα να ’χει μια σταγόνα νερό. Κι όπως και να το κάνουμε, αυτά δε φτάνουν για δύο. Οι ορκ όμως δεν τρώνε και δεν πίνουν; Ή μήπως ζούνε με μολυσμένο αέρα και δηλητήριο;

– Όχι, και τρώνε και πίνουνε, Σαμ. Η Σκιά που τους έκανε δεν μπορεί παρά μόνο να χλευάσει, δεν μπορεί να δημιουργήσει αληθινά καινούρια όντα από μόνη της. Δε νομίζω ότι έδωσε ζωή στους ορκ, τους κατέστρεψε μόνο και τους στρέβλωσε· κι αν είναι να ζήσουν, πρέπει να ζήσουν όπως και τα άλλα ζωντανά πλάσματα. Μπορεί να πίνουν βρομόνερα και να τρώνε σάπια κρέατα, αν δεν μπορούν να βρουν καλύτερα, όχι όμως δηλητήριο. Εμένα με τάισαν κι έτσι είμαι σε καλύτερη μοίρα από σένα. Κάπου θα πρέπει να υπάρχει φαγητό και νερό εδώ μέσα.

– Μα δεν έχουμε καιρό να ψάχνουμε, είπε ο Σαμ.

– Λοιπόν, η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη απ’ ό,τι νομίζεις, είπε ο Φρόντο. Είχα λίγη τύχη όση ώρα έλειπες. Δεν τα πήραν όλα, πραγματικά. Βρήκα το σακούλι μου με τα τρόφιμα ανάμεσα σε κάτι κουρέλια στο πάτωμα. Τα ’ψαξαν, βέβαια. Φαντάζομαι όμως πως δεν τους άρεσε καθόλου ούτε η όψη ούτε η μυρωδιά του λέμπας, χειρότερα κι από το Γκόλουμ. Το σκόρπισαν και μερικά κομμάτια τα πάτησαν και τα ’καναν θρύψαλα, αλλά τα μάζεψα πάλι. Είναι σχεδόν όσο έχεις κι εσύ. Τα τρόφιμα του Φαραμίρ όμως τα πήραν και μου έσκισαν το παγούρι μου.

– Εντάξει, δε χρειάζεται να πούμε τίποτ’ άλλο, είπε ο Σαμ. Έχουμε αρκετά για να ξεκινήσουμε. Το νερό όμως θα μας βάλει σε μπελάδες. Έλα όμως, κύριε Φρόντο! Φύγαμε, ειδαλλιώς ούτε λίμνη ολόκληρη δε θα μας ωφελήσει!

– Πρώτα θα φας κάτι, Σαμ, είπε ο Φρόντο, ειδεμή δεν το κουνάω ρούπι. Έλα, πάρε αυτό το ξωτικο-κέικ και πιες κι εκείνη την τελευταία γουλιά απ’ το παγούρι σου! Η κατάσταση είναι, έτσι κι αλλιώς, απελπιστική, επομένως άδικα στεναχωριέσαι για το αύριο. Οι πιθανότητες είναι πως δε θά ’ρθει.

Τέλος, ξεκίνησαν. Κατέβηκαν τη σκάλα και ύστερα ο Σαμ την πήρε και την έβαλε στο διάδρομο πλάι στο κουβαριασμένο πτώμα του πεσμένου ορκ. Η σκάλα ήταν σκοτεινή, αλλά στον εξώστη η άγρια κοκκινίλα του Βουνού φαινόταν ακόμα, αν και τώρα έσβηνε και γινόταν ένα αγριωπό κόκκινο. Διάλεξαν δύο ασπίδες για να συμπληρώσουν τη μεταμφίεσή τους και ύστερα συνέχισαν.

Κατέβηκαν κουρασμένοι τη μεγάλη σκάλα. Το δωμάτιο ψηλά στον πυργίσκο πίσω τους, εκεί που είχαν ανταμώσει ξανά, έμοιαζε σχεδόν φιλικό – τώρα ήταν πάλι έξω στ’ ανοιχτά και τρόμος πλανιόταν στα τείχη. Μπορεί όλα να ήταν νεκρά στον Πύργο της Κίριθ Ούνγκολ, εξακολουθούσαν όμως να είναι ως το βάθος ποτισμένα από φόβο και κακία.