Τέλος, έφτασαν στην πόρτα της εξωτερικής αυλής και σταμάτησαν. Ακόμα κι από κει που στέκονταν ένιωθαν να τους χτυπάει η κακία των Φυλάκων, που οι μαύρες σιωπηλές μορφές τους στέκονταν κι απ’ τις δυο πλευρές της πύλης, μέσα από το άνοιγμα της οποίας η άγρια λάμψη της Μόρντορ θαμποφαινόταν. Καθώς προχωρούσαν με προσοχή ανάμεσα από τα απαίσια πτώματα των ορκ, το κάθε τους βήμα γινόταν και πιο δύσκολο. Πριν καν φτάσουν το αψιδωτό πέρασμα αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Το να προχωρήσουν ακόμα και μια ίντσα πιο πέρα ήταν γι’ αυτούς πόνος και μεγάλη κούραση και για τη θέλησή τους και για τα μέλη του κορμιού τους.
Ο Φρόντο δεν είχε δύναμη για τέτοια μάχη. Λύγισε καταγής.
– Δεν μπορώ να συνεχίσω, Σαμ, μουρμούρισε. Θα λιποθυμήσω. Δεν ξέρω τι έχω πάθει.
– Εγώ όμως ξέρω, κύριε Φρόντο. Κουράγιο, τώρα! Η πύλη φταίει. Έχει κάποια διαβολιά εκεί. Εγώ όμως μπήκα και τώρα θα βγω. Αποκλείεται να ’ναι τώρα πιο επικίνδυνη από πριν. Έλα!
Ο Σαμ έβγαλε το ξωτικογυάλι της Γκαλάντριελ ξανά. Και, λες και ήθελε να τιμήσει την τόλμη και τη σταθερότητά του και να λαμπρύνει το πιστό μελαψό χομπιτο-χέρι του, που είχε κάνει τόσα κατορθώματα, το φιαλίδιο αστραποβόλησε ξαφνικά τόσο, που ολόκληρη η σκοτεινή αυλή φωτίστηκε με μια εκτυφλωτική λάμψη σαν αστραπή· που όμως έμενε σταθερή και δεν έσβηνε.
«Gilthoniel, A Elbereth!» φώναξε ο Σαμ. Γιατί, ανεξήγητα, η σκέψη του ταξίδεψε πίσω ξαφνικά στα Ξωτικά στο Σάιρ και στο τραγούδι που έδιωξε μακριά το Μαύρο Καβαλάρη στα δέντρα.
«Aiya elenion ancalima!» φώναξε ο Φρόντο άλλη μια φορά πίσω του.
Η θέληση των Σκοπών έσπασε απότομα, όπως κόβεται ένα σκοινί, και ο Φρόντο με το Σαμ προχώρησαν σκοντάφτοντας. Ύστερα άρχισαν να τρέχουν. Πέρασαν την πύλη με τις μεγάλες καθισμένες μορφές με τα γυαλιστερά τους μάτια. Ένα κρακ ακούστηκε. Η πέτρα κλειδί της αψίδας γκρεμίστηκε σχεδόν πάνω τους κι ο τοίχος από πάνω σωριάστηκε ερείπιο. Γλίτωσαν παρά τρίχα. Αντήχησε μια καμπάνα· και από τους Σκοπούς βγήκε μια λεπτή τρομερή θρηνητική κραυγή. Ψηλά μέσα απ’ τα σκοτάδια ακούστηκε η απάντηση. Μέσα από το μαύρο ουρανό έπεσε σαν κεραυνός μια φτερωτή μορφή, σκίζοντας τα σύννεφα μ’ ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό.
II
Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ
Στο Σαμ είχε απομείνει αρκετό μυαλό, ώστε να χώσει το φιαλίδιο ξανά στον κόρφο του.
– Τρέξε, κύριε Φρόντο! φώναξε. Όχι, όχι από κει! Είναι γκρεμός πάνω απ’ τον τοίχο. Ακολούθησε με!
Κατηφόρισαν τρέχοντας το δρόμο από την πύλη. Σε πενήντα βήματα, με μια γρήγορη στροφή γύρω από μια προεξοχή του βράχου, έπαψαν να φαίνονται από τον Πύργο. Για την ώρα είχαν ξεφύγει. Μαζεμένοι όλο φόβο πάνω στο βράχο πήραν ανάσα κι ύστερα έπιασαν το στήθος τους. Κουρνιασμένος τώρα στον τοίχο, πλάι στην ερειπωμένη πύλη ο Νάζγκουλ έβγαζε τις θανατερές του κραυγές. Όλοι οι βράχοι αντιλαλούσαν.
Συνέχισαν να προχωρούν σκοντάφτοντας όλο τρόμο. Γρήγορα ο δρόμος έστριψε ανατολικά πάλι και για μια φοβερή στιγμή βρέθηκαν εκτεθειμένοι στη θέα του Πύργου. Καθώς προχωρούσαν ανάλαφρα και γρήγορα, έριξαν μια ματιά πίσω και είδαν τη μεγάλη μαύρη μορφή πάνω στις επάλξεις· ύστερα χώθηκαν ανάμεσα στους ψηλούς βραχότοιχους ενός φαραγγιού που κατηφόριζε απότομα για να βγει στο δρόμο της Μόργκουλ, Έφτασαν στο δίστρατο. Εξακολουθούσε να μη φαίνεται ίχνος ορκ ούτε κάποια απάντηση στην κραυγή του Νάζγκουλ· ήξεραν όμως ότι η σιωπή δε θα κρατούσε πολύ. Από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε το κυνηγητό.
– Δεν πάμε καλά έτσι, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Αν ήμαστε πραγματικοί ορκ, θα έπρεπε να τρέχουμε πίσω στον Πύργο κι όχι να φεύγουμε. Πρέπει να βρούμε τρόπο να βγούμε από το δρόμο.
– Έλα όμως που δεν μπορούμε, είπε ο Σαμ, εκτός κι έχουμε φτερά.
Οι ανατολικές πλαγιές των Έφελ Ντούαθ ήταν απόκρημνες κι έπεφταν από γκρεμό σε γκρεμό ως τη μαύρη νεροσυρμή που βρισκόταν ανάμεσα σ’ αυτές και στις εσωτερικές ράχες. Λίγο πιο κάτω από το δίστρατο, μετά από μια απότομη κατηφόρα, μια πέτρινη γέφυρα πηδούσε το χάσμα και έφερνε το δρόμο στις ανώμαλες πλαγιές και στις στενές κοιλάδες του Μοργκάι. Με μια απελπισμένη τρεχάλα ο Φρόντο και ο Σαμ όρμησαν και πέρασαν τη γέφυρα· αλλά δεν είχαν καλά καλά περάσει απέναντι, όταν άκουσαν ν’ αρχίζει ο σαματάς. Μακριά πίσω τους, ψηλά τώρα στην πλαγιά του βουνού, υψωνόταν ο Πύργος της Κίριθ Ούνγκολ, θαμπογυαλίζοντας. Ξαφνικά η στριγκή του καμπάνα αντήχησε ξανά κι ύστερα ξέσπασε σ’ ένα εκκωφαντικό καμπάνισμα. Ακούστηκαν βούκινα. Και τώρα, πέρα από την άκρη της γέφυρας, ήρθε απάντηση από ξεφωνητά. Κάτω στη σκοτεινή νεροσυρμή, αποκομμένοι από τη μισοσβησμένη κοκκινίλα του Όροντρούιν, ο Φρόντο κι ο Σαμ δεν μπορούσαν να δουν μπροστά, αλλά μπορούσαν κιόλας ν’ ακούσουν το ποδοβολητό σιδεροντυμένων ποδιών και στο κατάστρωμα του δρόμου αντηχούσαν οι γρήγορες οπλές αλόγων.