Выбрать главу

– Γρήγορα, Σαμ!. Από κάτω! φώναξε ο Φρόντο. Σκαρφάλωσαν όπως όπως το χαμηλό στηθαίο της γέφυρας. Ευτυχώς τώρα πια το πέσιμο στη νεροσυρμή δεν ήταν τρομερό, γιατί οι πλαγιές του Μοργκάι είχαν κιόλας ανέβει σχεδόν ως το επίπεδο του δρόμου· ήταν όμως πολύ σκοτεινά για να υπολογίσουν την απόσταση που θα έπεφταν.

– Λοιπόν, πάμε, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ. Έχε γεια!

Αφέθηκε να πέσει. Ο Φρόντο ακολούθησε. Και όπως έπεφταν άκουσαν καβαλάρηδες να περνούν ορμητικά τη γέφυρα και το ποδοβολητό ορκ να τρέχουν από πίσω. Ο Σαμ όμως θα ’βαζε τα γέλια, αν τολμούσε. Εκεί που μισοφοβόνταν μια άγρια βουτιά σε αόρατα βράχια, οι χόμπιτ προγειώθηκαν, ύστερα από ένα πέσιμο όχι πάνω από δώδεκα πόδια, μ’ ένα γδούπο κι ένα τρίξιμο στο τελευταίο πράγμα που μπορούσαν να , φανταστούν – σε μια συστάδα αγκαθωτά βάτα. Εκεί ο Σαμ έμεινε ακίνητος, πιπιλίζοντας ένα γρατσουνισμένο χέρι.

Όταν ο θόρυβος από τις οπλές και τα πόδια πέρασε, αποτόλμησε έναν ψίθυρο.

– Σε καλό μου, κύριε Φρόντο, αλλά δεν ήξερα πως φυτρώνει τίποτα στη Μόρντορ! Αλλά κι αν το ’ξερα, κάτι σαν κι αυτό θα φανταζόμουν. Τούτα τ’ αγκάθια θα πρέπει, έτσι όπως τα νιώθω, να ’ναι από ένα πόδι μάκρος το καθένα· έχουν περάσει πέρα για πέρα όλα όσα φορώ. Μακάρι να ’χα φορέσει εκείνον τον αλυσιδωτό θώρακα!

– Οι αλυσιδωτοί θώρακες των ορκ δεν εμποδίζουν τούτα τ’ αγκάθια, είπε ο Φρόντο. Ούτε και το πέτσινο γιλέκο δεν κάνει τίποτα.

Χρειάστηκε αγώνας για να βγουν από τις αγκαθιές. Τα αγκάθια και τα βάτα ήταν σκληρά σαν σύρματα κι άρπαζαν σαν τα γαμψά νύχια πουλιών. Ώσπου να καταφέρουν επιτέλους να ελευθερωθούν, οι μπέρτες τους είχαν γίνει κουρέλια.

– Τώρα κατεβαίνουμε, Σαμ, ψιθύρισε ο Φρόντο, κατεβαίνουμε γρήγορα στην κοιλάδα και ύστερα θα στρίψουμε βορινά, όσο πιο σύντομα μπορούμε.

Η μέρα ξημέρωνε πάλι στον κόσμο έξω και πέρα μακριά απ’ τα σκοτάδια της Μόρντορ και ο Ήλιος έβγαινε στην ανατολική άκρη της Μέσης-γης· εδώ όμως όλα εξακολουθούσαν να είναι μαύρα σαν τη νύχτα. Το Βουνό σιγόκαιγε και οι φωτιές του έσβηναν. Η κοκκινίλα ξεθώριασε στους απόκρημνους βράχους. Ο ανατολικός άνεμος που φυσούσε από τότε που άφησαν το Ιθίλιεν έμοιαζε τώρα νεκρός. Αργά κι επώδυνα κατέβαιναν, ψαχουλεύοντας και σκοντάφτοντας ανάμεσα σε βράχια κι αγκάθια και ξερά κλαδιά στις τυφλές σκιές, όλο και πιο κάτω ώσπου, δεν μπορούσαν να πάνε άλλο.

Τέλος, σταμάτησαν και κάθισαν πλάι πλάι με την πλάτη σ’ ένα βράχο. Ήταν και οι δυο καταϊδρωμένοι.

– Μωρέ, κι ο Σαγκράτ αυτοπροσώπως αν μου ’δινε ένα ποτήρι νερό, θα του φιλούσα το χέρι, είπε ο Σαμ.

– Μη λες τέτοιες κουβέντες! είπε ο Φρόντο. Την κατάσταση χειροτερεύουν μονάχα.

Ύστερα τεντώθηκε, ζαλισμένος και κατάκοπος και δεν ξαναμίλησε για αρκετή ώρα. Τέλος, με κόπο, σηκώθηκε πάλι. Κατάπληκτος είδε πως ο Σαμ είχε αποκοιμηθεί.

– Ξύπνα, Σαμ! είπε. Εμπρός! Ώρα να κάνουμε άλλη μια προσπάθεια. Ο Σαμ πετάχτηκε όρθιος.

– Μωρέ, μπράβο! είπε. Τον πήρα. Είναι πολύς καιρός, κύριε Φρόντο, που έχω να κοιμηθώ κανονικά και τα μάτια μου έκλεισαν από μόνα τους.

Ο Φρόντο τώρα πήγαινε μπροστά, βορινά όσο μπορούσε να υπολογίσει, ανάμεσα στις ατέλειωτες πέτρες και στα βράχια που βρίσκονταν στην κοίτη του μεγάλου φαραγγιού. Σε λίγο όμως σταμάτησε πάλι.

– Δε γίνεται, Σαμ, είπε. Δεν μπορώ να το καταφέρω. Τούτον τον αλυσιδωτό θώρακα, θέλω να πω, στα χάλια που είμαι. Ακόμα κι ο αλυσιδωτός μου θώρακας από μίθριλ μου φαινόταν βαρύς, όταν ήμουν κουρασμένος. Τούτος είναι πολύ βαρύτερος. Και σε τι χρησιμεύει; Δεν πρόκειται να κερδίσουμε και να περάσουμε πολεμώντας.

– Ναι, αλλά μπορεί να χρειαστεί να πολεμήσουμε, είπε ο Σαμ. Κι είναι και τα μαχαίρια και τ’ αδέσποτα βέλη. Κι είναι κι εκείνο το Γκόλουμ που δεν είναι πεθαμένο. Δε μ’ αρέσει να σε σκέφτομαι χωρίς τίποτ’ άλλο, παρά μόνο μ’ ένα κομμάτι πετσί ανάμεσα σ’ εσένα και σε μια μαχαιριά στο σκοτάδι.

– Για άκου εδώ, Σαμ, καλό μου παλικάρι, είπε ο Φρόντο, είμαι κουρασμένος, ψόφιος, χωρίς ελπίδα. Πρέπει όμως να εξακολουθήσω την προσπάθεια να φτάσω στο Βουνό, όσο μπορώ να κινηθώ. Φτάνει το Δαχτυλίδι. Αυτό το παραπανίσιο Βάρος με σκοτώνει. Πρέπει να φύγει. Αλλά μη νομίσεις πως είμαι αγνώμων. Δε θέλω ούτε να το σκέπτομαι τι θα τράβηξες ανάμεσα στα βρομερά πτώματα για να μου το βρεις.

– Μην το συζητάς άλλο, κύριε Φρόντο. Τι στην ευχή! Θα σ’ έπαιρνα στην πλάτη μου, αν μπορούσα. Πέταξέ τον!