Ήταν επικίνδυνο να χρησιμοποιούν οι χόμπιτ μονοπάτι σαν κι αυτό, αλλά έπρεπε να κάνουν γρήγορα και ο Φρόντο ένιωθε πως δεν μπορούσε να αντέξει την ταλαιπωρία, να ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα στα κοτρόνια και στ’ απάτητα φαράγγια του Μοργκάι. Και έκρινε πως βορινά ήταν, ίσως, η μόνη κατεύθυνση που οι διώκτες τους δε θα περίμεναν να πάρουν. Ο δρόμος ανατολικά στην πεδιάδα ή το πέρασμα πίσω δυτικά, αυτά ήταν που θα ερευνούσαν πρώτα πολύ καλά. Μόνο όταν θα βρισκόταν για τα καλά στα βορινά του Πύργου σκόπευε να στρίψει και να ψάξει να βρει κάποιο δρόμο για να πάει ανατολικά, στην τελευταία απελπισμένη φάση του ταξιδιού του. Γι’ αυτό τώρα διέσχισαν την πέτρινη κοίτη και πήραν το μονοπάτι των ορκ και για αρκετή ώρα το ακολούθησαν. Οι βράχοι στ’ αριστερά τους τούς σκέπαζαν και δε φαίνονταν από πάνω· αλλά το μονοπάτι είχε πολλές στροφές και σε κάθε στροφή έσφιγγαν τις λαβές των σπαθιών τους και προχωρούσαν με προφύλαξη.
Το φως δε δυνάμωσε, γιατί το Όροντρούιν εξακολουθούσε να βγάζει πολλούς καπνούς που οι αντίθετοι άνεμοι έσπρωχναν προς τα πάνω και μαζεύονταν όλο και πιο ψηλά, ώσπου στο τέλος έφτασαν σ’ ένα μέρος ψηλότερα από τα ρεύματα του αέρα και απλώθηκαν σχηματίζοντας μια τεράστια οροφή, που η κεντρική της κολόνα ξεπηδούσε απ’ τις σκιές που δεν έφταναν τα μάτια τους να δουν. Είχαν προχωρήσει με κόπο περισσότερο από μία ώρα, όταν άκουσαν ένα θόρυβο που τους έκανε να σταματήσουν. Απίστευτο, αλλά αληθινό. Κελάρυσμα νερού. Από μια νεροσυρμή αριστερά, τόσο απότομη και στενή, που έμοιαζε λες και η μαύρη πλαγιά να είχε κοπεί στα δύο από κάποιο τσεκούρι, έτρεχε λίγο νερό – τα τελευταία απομεινάρια, ίσως, κάποιας καλής βροχής που είχε σχηματιστεί πάνω από ηλιόλουστες θάλασσες, που ι;ίχε όμως την κακή μοίρα να πέσει στο τέλος στα τείχη της Μαύρης Γης και να κυλήσει άκαρπη στη σκόνη. Εδώ έβγαινε από το βράχο σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι και κυλούσε διασχίζοντας το μονοπάτι, φεύγοντας κατά το νοτιά και κυλούσε φεύγοντας γρήγορα για να χαθεί ανάμεσα στα νεκρά βράχια. Ο Σαμ όρμησε καταπάνω του.
– Αν ποτέ μου ξαναδώ την Κυρά, θα της το πω! φώναξε. Πρώτα φως και τώρα νερό!
Ύστερα σταμάτησε.
– Άσε με να πιω πρώτος, κύριε Φρόντο, είπε.
— Εντάξει, αλλά έχει χώρο και για τους δυο μας.
Δεν εννοούσα αυτό, είπε ο Σαμ.
— Θέλω να πω... αν είναι δηλητηριασμένο ή κάτι τέτοιο, γρήγορα θα φανεί και καλύτερα εγώ, παρά εσύ, κύριε, αν με καταλαβαίνεις.
– Σε καταλαβαίνω. Αλλά νομίζω πως θα πρέπει μαζί να εμπιστευτούμε την τύχη μας, Σαμ· ή την ευλογία. Πάντως, πρόσεξε τώρα αν ί:ΐναι πολύ κρύο.
Το νερό ήταν δροσερό, όχι όμως παγωμένο και είχε μια άσχημη γεύση, πικρή και λαδερή μαζί, ή έτσι τουλάχιστο θα έλεγαν στην πατρίδα τους. Εδώ όμως τους φάνηκε να ξεπερνά κάθε έπαινο, φόβο ή σύνεση. Ήπιαν με την ψυχή τους και ο Σαμ ξαναγέμισε το παγούρι του. Ύστερα από αυτό ο Φρόντο ένιωσε ξαλαφρωμένος και συνέχισαν για αρκετά μίλια, ώσπου ο δρόμος φάρδυνε και η εμφάνιση ενός προχειροφτιαγμένου τοίχου στην εξωτερική πλευρά του τους προειδοποίησε ότι πλησίαζαν σε κάποιο άλλο φυλάκιο των ορκ.
– Εδώ θα αφήσουμε το δρόμο, Σαμ, είπε ο Φρόντο, και πρέπει να στρίψουμε ανατολικά.
Αναστέναξε καθώς κοίταξε τις σκοτεινές ράχες στην άλλη πλευρά της κοιλάδας.
– Μετά βίας έχω την αντοχή να βρω κάποια τρύπα εκεί πέρα πάνω. Και ύστερα πρέπει να ξεκουραστώ λιγάκι.
Η κοίτη του ποταμιού βρισκόταν τώρα αρκετά χαμηλότερα από το μονοπάτι. Κατέβηκαν κι άρχισαν να περνούν απέναντι. Με έκπληξη συνάντησαν σκοτεινές λιμνούλες που τις τροφοδοτούσαν αυλάκια με λιγοστό νερό που κατέβαιναν στάζοντας από κάποια πηγή ψηλότερα στην κοιλάδα. Στα εξωτερικά της όρια, κάτω από τα δυτικά βουνά της, η Μόρντορ αργοπέθαινε, αλλά δεν είχαν νεκρωθεί τα πάντα ακόμη. Κι εδώ εξακολουθούσαν να φυτρώνουν μερικά φυτά, σκληρά, παραμορφωμένα, κακορίζικα, που αγωνίζονταν να κρατηθούν στη ζωή. Στα φαράγγια του Μοργκάι, στην άλλη πλευρά της κοιλάδας χαμηλά, καχεκτικά δέντρα παραμόνευαν, κρατημένα με το ζόρι· άγριες γκρίζες τούφες από γρασίδι πολεμούσαν με τις πέτρες και μαραμένα βρύα σέρνονταν πάνω τους· και παντού απλώνονταν μεγάλα βασανισμένα και μπλεγμένα βάτα. Μερικά είχαν μακριά σουβλερά αγκάθια και άλλα γαμψές μύτες που έσκιζαν σαν μαχαίρια. Τα μαυριδερά μαραμένα φύλλα της περασμένης χρονιάς κρέμονταν πάνω τους, τρίζοντας και κροταλίζοντας στους πένθιμους ανέμους, αλλά τα σκουληκιασμένα μπουμπούκια τους μόλις άρχιζαν να ανοίγουν. Μύγες, καφετιές, γκρίζες ή μαύρες, σημαδεμένες σαν τους ορκ με μια κόκκινη βούλα σαν μάτι, βούιζαν και τσιμπούσαν και πάνω από τα βάτα στριφογύριζαν και χόρευαν σύννεφα οι πεινασμένες σκνίπες.