Выбрать главу

Τα ρούχα των ορκ δεν αξίζουν τίποτα, είπε ο Σαμ, ανεμίζοντας τα χέρια του.

– Πώς θα ’θελα να ’χα πετσί ορκ!

Τέλος, ο Φρόντο δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Είχαν ανέβει ένα στενό κλιμακωτό φαράγγι, αλλά είχαν ακόμα πολύ δρόμο να κάνουν πριν να φτάσουν και να δουν ακόμα την τελευταία απόκρημνη ράχη.

– Πρέπει να ξεκουραστώ τώρα, Σαμ, και να κοιμηθώ, αν τα καταφέρω, είπε ο Φρόντο.

Κοίταξε ολόγυρα, αλλά πουθενά δε φαινόταν τόπος για να κρυφτεί ούτε ζώο σ’ αυτόν το θλιβερό τόπο. Τέλος, κατάκοποι, μαζεύτηκαν πίσω από ένα προκάλυμμα από βάτα που κρέμονταν σαν παραπέτασμα μπροστά από ένα χαμηλό κούτελο στο βράχο.

Εκεί κάθισαν και γευμάτισαν όπως όπως. Φύλαξαν το πολύτιμο λέμπας για τις κακές μέρες που τους περίμεναν κι έφαγαν τα μισά απ’ ό,τι απόμενε στο σακούλι του Σαμ από τα εφόδια του Φαραμίρ – μερικά αποξηραμένα φρούτα κι ένα μικρό κομματάκι παστό κρέας· και ήπιαν λίγο νερό. Είχαν ξαναπιεί από τις λιμνούλες στην κοιλάδα, αλλά ήταν πολύ διψασμένοι πάλι. Η ατμόσφαιρα της Μόρντορ είχε μια πικρή οσμή που στέγνωνε το στόμα. Όταν ο Σαμ σκεφτόταν το νερό ακόμα και η δική του αισιοδοξία δείλιαζε. Μετά το Μοργκάι είχαν να διασχίσουν την τρομερή πεδιάδα του Γκόργκοροθ.

– Τώρα κοιμήσου πρώτος, κύριε Φρόντο, είπε. Σκοτεινιάζει πάλι. Υπολογίζω πως αυτή η μέρα σχεδόν τέλειωσε.

Ο Φρόντο αναστέναξε κι αποκοιμήθηκε πριν καλά καλά τελειώσει. Ο Σαμ πάλεψε με τη δική του κούραση κι έπιασε το χέρι του Φρόντο· κι εκεί κάθισε σιωπηλός, ώσπου νύχτωσε καλά. Ύστερα, τέλος, για να μην κοιμηθεί, σύρθηκε έξω από την κρυψώνα και κοίταξε έξω. Ο τόπος έμοιαζε γεμάτος τριξίματα και κρυφούς θορύβους, αλλά δεν ακουγόταν θόρυβος από φωνή ή πόδι. Ψηλά πάνω από τα Έφελ Ντούαθ στη Δύση ο νυχτερινός ουρανός ήταν ακόμα θαμπός και χλωμός. Εκεί, κρυφοκοιτάζοντας ανάμεσα απ’ τα σύννεφα πάνω από μια σκοτεινή κορφή ψηλά στα βουνά, ο Σαμ είδε ένα άσπρο αστέρι να λαμπυρίζει για λίγη ώρα. Η ομορφιά του διαπέρασε την καρδιά του, καθώς κοιτούσε ψηλά έξω απ’ την ερημωμένη χώρα και οι ελπίδες του ξαναγύρισαν. Γιατί σαν αστραπή, καθαρή και παγωμένη, τον διαπέρασε η σκέψη πως στο τέλος η Σκιά δεν ήταν παρά κάτι μικρό και περαστικό -υπήρχε φως και μεγάλη ομορφιά για πάντα εκεί που δεν μπορούσε να τη φτάσει. Το τραγούδι του στον Πύργο ήταν περισσότερο πρόκληση παρά ελπίδα· γιατί τότε σκεπτόταν τον εαυτό του. Τώρα, για μια στιγμή, η μοίρα του, και του κυρίου του ακόμα, έπαψε να τον στεναχωρεί. Σύρθηκε πίσω στα βάτα και ξάπλωσε πλάι στο Φρόντο και, παραμερίζοντας όλους του τους φόβους, έπεσε σ’ ένα βαθύ κι ατάραχο ύπνο.

Ξύπνησαν μαζί, χέρι χέρι. Ο Σαμ ήταν σχεδόν ολόφρεσκος, έτοιμος για άλλη μια μέρα· ο Φρόντο όμως αναστέναξε. Ο ύπνος του ήταν ανήσυχος, γεμάτος όνειρα φωτιάς και το ξύπνημα δεν του έφερε ανακούφιση. Πάντως, ο ύπνος του όμως δεν ήταν και χωρίς καμιά θεραπευτική αξία – ήταν δυνατότερος, πιο ικανός να μεταφέρει το φορτίο του λίγο πιο πέρα. Δεν ήξεραν την ώρα, ούτε πόσο είχαν κοιμηθεί· αλλά ύστερα από μια μπουκιά φαγητό και μια γουλιά νερό, συνέχισαν ν’ ανηφορίζουν το φαράγγι, ώσπου έφτασαν σε μια απόκρημνη πλαγιά όλο ψιλό χαλίκι και πέτρες που γλιστρούσαν κάτω. Εκεί και τα τελευταία σημάδια ζωής σταματούσαν τον αγώνα τους· οι κορφές του Μοργκάι ήταν δίχως γρασίδι, γυμνές, οδοντωτές, άδειες σαν πλάκα.

Ύστερα από πολλές περιπλανήσεις και έρευνες βρήκαν ένα μέρος που μπορούσαν να σκαρφαλώσουν και, αφού τα τελευταία εκατό πόδια τα έκαναν γαντζωμένοι με τα τέσσερα και σκοντάφτοντας όπως όπως, έφτασαν στην κορυφή. Βρέθηκαν σε μια διχάλα ανάμεσα σε δυο σκοτεινούς, απόκρημνους βράχους και όταν πέρασαν, βρέθηκαν στην άκρη άκρη του τελευταίου προστατευτικού ορίου της Μόρντορ. Κάτω, στη βάση ενός κάθετου γκρεμού, κάπου χίλια πεντακόσια πόδια, απλωνόταν η εσωτερική πεδιάδα που χανόταν σε μια απροσδιόριστη θολούρα, ως εκεί που δεν έφτανε το μάτι τους. Ο άνεμος του έξω κόσμου φυσούσε τώρα από τη Δύση και τα μεγάλα σύννεφα είχαν ανέβει ψηλά και ταξίδευαν ανατολικά· αλλά στα θλιβερά χωράφια του Γκόργκοροθ μόνο ένα γκρίζο φως εξακολουθούσε να έρχεται. Εκεί οι καπνοί σέρνονταν στο χώμα και παραφύλαγαν στα κοιλώματα και αναθυμιάσεις ξέφευγαν από σχισμές της γης.