Выбрать главу

Πολύ μακριά ακόμα, σαράντα μίλια τουλάχιστον, είδαν το Βουνό του Χαμού, τα πόδια του θεμελιωμένα σε σταχτιά χαλάσματα, ο τεράστιος κώνος του ανέβαινε σε τεράστιο ύψος, ώσπου η βρομερή κορυφή του ήταν τυλιγμένη στα σύννεφα. Οι φωτιές του ήταν τώρα χαμηλωμένες και σιγόκαιγαν στον ύπνο του, το ίδιο απειλητικό κι επικίνδυνο, σαν κοιμισμένο θηρίο. Πίσω του κρεμόταν μια τεράστια σκιά, απειλητική σαν σύννεφο καταιγίδας, τα πέπλα του Μπαράντ-ντουρ που υψωνόταν πέρα μακριά σε μια μακριά προεξοχή των Βουνών της Τέφρας, που κατέβαινε από το Βοριά. Η Σκοτεινή Δύναμη είχε πέσει σε σκέψη βαθιά και το Μάτι ήταν γυρισμένο προς τα μέσα και μελετούσε νέα γεμάτα αμφιβολίες και κίνδυνο – έβλεπε ένα αστραφτερό σπαθί κι ένα αυστηρό βασιλικό πρόσωπο και για λίγο δεν έδινε καμιά σημασία σε άλλα πράγματά· και όλο το μεγάλο κρησφύγετο, από πύλη σε πύλη και από πύργο σε πύργο ήταν τυλιγμένο σε μια συλλογισμένη σκοτεινιά.

Ο Φρόντο και ο Σαμ κοιτούσαν με ανάμικτα αισθήματα αηδίας και θαυμασμού τούτη τη μισητή γη. Ανάμεσα σ’ αυτούς και στο βουνό που κάπνιζε και ολόγυρά του απ’ τον βοριά και το νοτιά, όλα έδειχναν κατεστραμμένα και νεκρά, μια έρημος καμένη και πνιγμένη. Αναρωτήθηκαν πώς να τα κατάφερνε ο Άρχοντας αυτού του βασίλειου να συντηρεί και να τρέφει τους σκλάβους του και τις στρατιές του. Γιατί, ότι είχε στρατιές, είχε. Ως εκεί που μπορούσε να φτάσει το μάτι τους, σε όλο το μήκος του Μοργκάι και ως κάτω το νοτιά, είχε στρατόπεδα, μερικά με αντίσκηνα και άλλα οργανωμένα σαν μικρές πόλεις. Ένα από τα μεγαλύτερα απ’ αυτά βρισκόταν ακριβώς κάτω από τα πόδια τους. Ένα μίλι περίπου μέσα στην κοιλάδα ήταν μαζεμένο σαν μια τεράστια φωλιά εντόμων, με ολόισιους άχαρους δρόμους, πλαισιωμένους με παραπήγματα, και μακρόστενα χαμηλά μονότονα κτίρια, Παντού τριγύρω ο τόπος ήταν γεμάτος κόσμο που πηγαινοερχόταν ένας φαρδύς δρόμος ξεκινούσε απ’ τα νοτιοανατολικά για να έρθει να ενωθεί με το δρόμο της Μόργκουλ και σε όλο του το μήκος προχωρούσαν βιαστικά πολλές σειρές από μικρές μαύρες μορφές.

– Τα πράγματα δε μου αρέσουν καθόλου, είπε ο Σαμ. Απελπιστική κατάσταση, θα ’λεγα – αν εξαιρέσουμε το ότι όπου υπάρχει τόσος κόσμος, θα πρέπει να υπάρχουν πηγάδια ή νερό, για να μην πω και φαγητό. Κι αυτοί είναι Άνθρωποι, όχι ορκ, εκτός και με γελούν τα μάτια μου.

Ούτε αυτός ούτε ο Φρόντο ήξεραν τίποτα για τα μεγάλα κτήματα που τα δούλευαν σκλάβοι στα νότια αυτού του μεγάλου βασίλειου, πέρα απ’ τις αναθυμιάσεις του Βουνού κοντά στα σκοτεινά, θλιβερά νερά της Λίμνης Νούρνεν ούτε για τους μεγάλους δρόμους που πήγαιναν ανατολικά και νότια σε χώρες φόρου υποτελείς, από όπου οι στρατιώτες του Πύργου έφερναν μακριές σειρές αμάξια φορτωμένα εμπορεύματα και λάφυρα και καινούριους σκλάβους. Εδώ στις Βόρειες περιοχές ήταν τα ορυχεία και τα μεταλλουργεία και γινόταν η συγκέντρωση του στρατού ενός πολέμου από πολύν καιρό σχεδιασμένου· κι εδώ η Σκοτεινή Δύναμη, μετακινώντας τις στρατιές της σαν τα πιόνια στη σκακιέρα, τις συγκέντρωνε όλες μαζί. Οι πρώτες της κινήσεις, οι πρώτες δοκιμές της δύναμης της, είχαν αναχαιτιστεί στο δυτικό της μέτωπο, βόρεια και νότια. Για την ώρα τις είχε αποσύρει και είχε φέρει καινούριες δυνάμεις, που τις συγκέντρωνε κοντά στο Κίριθ Γκόργκορ για το χτύπημα της εκδίκησης. Και αν μαζί με τ’ άλλα ο σκοπός της ήταν να υπερασπιστεί το Βουνό από κάθε προσέγγιση, δε θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα.

– Λοιπόν! συνέχισε ο Σαμ. Ό,τι κι αν τρώνε κι ό,τι κι αν πίνουν, εμείς δεν μπορούμε να το φτάσουμε. Δε βλέπω πουθενά δρόμο για να κατεβούμε. Κι ούτε θα μπορούσαμε να διασχίσουμε όλον αυτόν τον ακάλυπτο τόπο έτσι που μερμηγκιάζει από εχθρούς, ακόμα κι αν καταφέρναμε να κατεβούμε.

– Πάντως θα πρέπει να προσπαθήσουμε, είπε ο Φρόντο. Δεν είναι χειρότερο απ’ ό,τι περίμενα. Ποτέ δεν έλπιζα να περάσω. Κι ούτε έχω καμιά ελπίδα τώρα. Εγώ όμως εξακολουθώ να πρέπει να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Προς το παρόν αυτό είναι το να προσπαθήσω, όσο είναι δυνατόν, να μη με πιάσουν. Γι’ αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσουμε να πηγαίνουμε βορινά, νομίζω, και να δούμε πώς είναι τα πράγματα εκεί που η πεδιάδα είναι πιο στενή.

– Εγώ μαντεύω πώς θα ’ναι, είπε ο Σαμ. Εκεί που είναι στενότερη οι Ορκ και οι Άνθρωποι θα ’ναι πιο συνωστισμένοι, απλούστατα. Θα δεις, κύριε Φρόντο.

– Το φαντάζομαι, αν ποτέ φτάσουμε ως εκεί, είπε ο Φρόντο και γύρισε απ’ την άλλη.

Δεν άργησαν να δουν πως ήταν αδύνατον να προχωρήσουν κατά μήκος της κορυφής του Μοργκάι ή οπουδήποτε στις ψηλότερες πλαγιές του, έτσι όπως ήταν αδιάβατες και αυλακωμένες με βαθιές ρεματιές. Στο τέλος αναγκάστηκαν να ξανακατεβούν το φαράγγι που είχαν ανεβεί και ν’ αναζητήσουν πέρασμα μέσ’ από την κοιλάδα. Δύσκολα προχωρούσαν, γιατί δεν τολμούσαν να βγουν στο μονοπάτι της δυτικής πλευράς. Κάπου ένα μίλι ή και περισσότερο πιο κάτω είδαν, μαζεμένο σε μια εσοχή στα ριζά του βράχου, το λημέρι των ορκ που είχαν μαντέψει πως ήταν εκεί κοντά – ένας τοίχος και μερικά πέτρινα καλύβια γύρω από το σκοτεινό στόμιο μιας σπηλιάς. Δεν έβλεπαν να κουνιέται τίποτα, οι χόμπιτ όμως το προσπέρασαν πολύ προσεκτικά, πηγαίνοντας, όσο μπορούσαν, πίσω από τους αγκαθωτούς θάμνους που φύτρωναν πυκνοί σ’ εκείνο το σημείο και από τις δύο πλευρές της παλιάς ρεματιάς.