Выбрать главу

Προχώρησαν δυο τρία μίλια πιο πέρα και το λημέρι των ορκ χάθηκε πίσω τους· αλλά πριν καλά καλά προλάβουν να αναπνεύσουν πιο ελεύθερα ξανά, άκουσαν στριγκές και δυνατές φωνές ορκ, Γρήγορα κρύφτηκαν πίσω από έναν καφετή κολοβωμένο θάμνο. Οι φωνές πλησίασαν. Σε λίγο φάνηκαν δύο ορκ. Ο ένας ήταν ντυμένος με κάτι καφετιά κουρέλια και οπλισμένος με ένα κεράτινο τόξο· ήταν από κάποια μικρόσωμη ράτσα, μελαψός με φαρδιά ρουθουνιστή μύτη – ιχνηλάτης κατά τα φαινόμενα. Ο άλλος ήταν μεγαλόσωμος πολεμιστής, σαν κι εκείνους που είχε ο Σαγκράτ και είχε το σημάδι του Ματιού. Είχε κι αυτός ένα τόξο στην πλάτη του και κρατούσε ένα κοντό πλατυκέφαλο κοντάρι. Τσακώνονταν, όπως συνήθως, και επειδή ανήκαν σε διαφορετικές ράτσες χρησιμοποιούσαν την Κοινή Γλώσσα με τον τρόπο τους.

Ούτε είκοσι βήματα από εκεί που κρύβονταν οι χόμπιτ, ο μικρόσωμος ορκ σταμάτησε.

– Όχι! γρύλισε. Γυρίζω πίσω – έδειξε κατά το λημέρι πέρα στην κοιλάδα. Άδικα χαλάω τη μύτη μου στις πέτρες πια. Δεν έχει απομείνει ίχνος, σου λέω. Έχασα τη μυρωδιά, επειδή σ’ άκουσα. Ανέβαινε στους λόφους, δεν ακολουθούσε την κοιλάδα, σου λέω.

– Άχρηστοι πέρα για πέρα είσαστε εσείς οι μυταράδες, είπε ο μεγαλόσωμος ορκ, Εγώ λέω πως τα μάτια είναι καλύτερα απ’ τις ψηλομύτες σας.

– Και, λοιπόν, εσύ τι είδες με τα δικά σου; γρύλισε ο άλλος. Μωρέ! Εσύ δεν ξέρεις καλά καλά τι γυρεύεις.

— Και ποιανού είναι το φταίξιμο; είπε ο στρατιώτης. Οχι δικό μου. Φταίνε οι Ανώτεροι. Πρώτα λένε είναι ένα μεγάλο Ξωτικό με αστραφτερή πανοπλία, ύστερα πως είναι κάποιος σαν νάνος, ύστερα πως είναι ένα μπουλούκι στασιαστές Ουρούκ-χάι· ή μπορεί να ’ναι κι όλοι μαζί.

– Φτου! είπε ο ιχνηλάτης. Ζουρλαθήκανε για τα καλά, να τι φταίει. Και μερικοί απ’ τους ανώτερους θα την πληρώσουν άσχημα, φαντάζομαι, αν ό,τι ακούω είναι αλήθεια – επιδρομή στον Πύργο και τα σχετικά και σωρός οι δικοί σας ξεπαστρεμένοι κι ο φυλακισμένος φευγάτος. Αν έτσι τα πάτε εσείς οι πολεμιστές, τότε δεν είναι ν’ απορεί κανείς που έχουμε κακά μαντάτα από τις μάχες.

– Και ποιος το λέει πως έχουμε κακά μαντάτα; φώναξε ο στρατιώτης.

– Μπα! Και ποιος λέει πως δεν έχουμε;

– Σταμάτα να μιλάς σαν στασιαστής, για να μη σε σουβλίσω, αν δεν το βουλώσεις, εντάξει;

– Εντάξει, εντάξει! είπε ο ιχνηλάτης. Δε θα πω τίποτ’ άλλο και θα συνεχίσω να σκέφτομαι. Αλλά τι σχέση έχει μ’ όλα αυτά εκείνος ο μαύρος ο μουλωχτός; Εκείνος που κάνει σαν γαλόπουλο και ανεμίζει τα χέρια;

– Δεν ξέρω. Μπορεί και τίποτα. Αλλά, πάω στοίχημα πως δεν έχει τίποτα καλό στο νου του, έτσι που χώνει παντού τη μύτη του. Που να μη σώσει! Δε μας είχε καλά καλά ξεγλιστρήσει και το ’χε βάλει στα πόδια, όταν ήρθε η διαταγή πως τον θέλουν ζωντανό και γρήγορα μάλιστα.

– Λοιπόν, ελπίζω να τον πιάσουν και να τον χορέψουν στο ταψί, γρύλισε ο ιχνηλάτης. Μπέρδεψε τις μυρωδιές εκεί πίσω, παίρνοντας εκείνον τον πεταμένο αλυσιδωτό θώρακα που βρήκε και ανακατεύοντας τα πάντα πριν προλάβω να φτάσω εκεί.

– Πάντως του έσωσε τη ζωή, είπε ο στρατιώτης. Γιατί, πριν μάθω πως τον ήθελαν, του έριξα, καλά καλά, από πενήντα βήματα απόσταση στην πλάτη του· αλλά συνέχισε να τρέχει.

– Φτου! Δεν τον πέτυχες, είπε ο ιχνηλάτης. Πρώτα ρίχνεις στα τρελά κι ύστερα δεν τρέχεις γρήγορα κι ύστερα στέλνεις και γυρεύεις τους κακόμοιρους τους ιχνηλάτες. Σε βαρέθηκα – γύρισε να φύγει.

– Γύρνα πίσω, φώναξε ο στρατιώτης, ειδαλλιώς θα σε αναφέρω!

– Σε ποιον! Όχι στο σπουδαίο σου το Σαγκράτ. Δε θα ’ναι διοικητής για πολύ.

– Θα δώσω τ’ όνομά σου και τον αριθμό σου στους Νάζγκουλ, είπε ο στρατιώτης χαμηλώνοντας τη φωνή του σαν σφύριγμα φιδιού. Ένας απ’ αυτούς διοικεί τον Πύργο τώρα.

Ο άλλος σταμάτησε και η φωνή του ήταν γεμάτη φόβο και λύσσα.

– Καταραμένε καταδότη και ύπουλε κλέφτη! ούρλιαξε. Ούτε τη δουλειά σου κάνεις ούτε σου πάει να καθίσεις με τους δικούς σου. Άντε στους βρομο-Στριγκλιάρηδές σου και μακάρι να σε παγώσουν σύγκρομο! Αν δεν τους ξεκάνει ο εχθρός πρώτος. Τον ξεκάνανε τον Πρώτο, άκουσα, και μακάρι να ’ναι αλήθεια!