Выбрать главу

Ο μεγαλόσωμος ορκ, με το κοντάρι στο χέρι, όρμησε ξοπίσω του. Ο ιχνηλάτης, όμως, πηδώντας πίσω από ένα βράχο, του έμπηξε ένα βέλος στο μάτι καθώς πλησίαζε τρέχοντας κι εκείνος σωριάστηκε κάτω. Ο άλλος το ’βαλε στα πόδια διασχίζοντας την κοιλάδα και χάθηκε.

Για λίγη ώρα οι χόμπιτ κάθισαν σιωπηλοί. Τέλος, ο Σαμ αναδεύτηκε. – Λοιπόν, ωραία τα βολέψανε, είπε. Αν αυτές οι όμορφες φιλικές σχέσεις απλώνονταν στη Μόρντορ, θα τέλειωναν οι μισές μας σκοτούρες.

– Ήσυχα, Σαμ, ψιθύρισε ο Φρόντο. Μπορεί να ’χει κι άλλους εδώ γύρω. Είναι φανερό πως παρά τρίχα τη γλιτώσαμε και το κυνηγητό ήταν πολύ πιο κοντά στα ίχνη μας απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Όμως αυτό είναι το πνεύμα της Μόρντορ, Σαμ· κι έχει απλωθεί σε κάθε γωνιά της. Οι ορκ έτσι συμπεριφέρονται πάντα, έτσι τουλάχιστο λένε οι ιστορίες, όταν είναι μόνοι τους. Αλλά μην παίρνεις ελπίδες απ’ αυτό. Εμάς μας μισούν πολύ περισσότερο, πάνω απ’ όλα και πάντοτε. Αν εκείνοι οι δύο μας είχαν δει, θα είχαν αφήσει τον καβγά τους μέχρι να μας σκότωναν.

Πέρασε πάλι αρκετή ώρα σιωπηλά. Ο Σαμ διέκοψε πάλι, μα μ’ ένα ψίθυρο τούτη τη φορά.

– Άκουσες τι είπαν για εκείνο το γαλόπουλο, κύριε Φρόντο; Σ’ το ’πα πως το Γκόλουμ δεν έχει πεθάνει ακόμα, δε σ’ το ’πα;

– Ναι, θυμάμαι. Κι απορούσα πώς το ’ξερες, είπε ο Φρόντο. Λοιπόν, έλα τώρα! Νομίζω πως το καλύτερο θα ’ναι να μην κουνηθούμε ξανά από δω, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά καλά. Έτσι θα μου διηγηθείς πώς το ξέρεις και όλα όσα συνέβησαν. Αν μπορείς να μιλάς χαμηλόφωνα.

– Θα προσπαθήσω, είπε ο Σαμ, αλλά όταν σκέφτομαι εκείνο το Βρομερό μού ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και μου ’ρχεται να βάλω τις φωνές.

Εκεί, λοιπόν, κάθισαν οι χόμπιτ κρυμμένοι κάτω από τον αγκαθωτό θάμνο, ενώ το θλιβερό φως της Μόρντορ έσβησε αργά κι έγινε βαθιά ανάστερη νύχτα· κι ο Σαμ έλεγε στο αυτί του Φρόντο όλα όσα μπορούσε να βρει λόγια για να πει – για την προδοτική επίθεση του Γκόλουμ, για τη φρίκη της Σέλομπ και για τις δικές του περιπέτειες με τους ορκ. Όταν τέλειωσε, ο Φρόντο δεν είπε τίποτα, πήρε μόνο το χέρι του Σαμ και το ’σφιξε. Τέλος αναδεύτηκε.

– Λοιπόν, φαντάζομαι πως πρέπει να πηγαίνουμε πάλι, είπε. Αναρωτιέμαι πόσο να τραβήξει άραγε πριν μας πιάσουν για τα καλά κι όλοι αυτοί οι κόποι και τα κρυφοπερπατήματα θα τελειώσουν και θα πάνε στα χαμένα – σηκώθηκε. Είναι σκοτάδι και δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το γυαλί της Κυράς. Φύλαξέ το μου εσύ, Σαμ. Γιατί τώρα δεν έχω πουθενά να το βάλω, εκτός από το χέρι μου και θα τα χρειαστώ και τα δυο μου χέρια τούτη την τυφλή νύχτα. Το Κεντρί όμως σ’ το χαρίζω. Εγώ έχω ένα λεπίδι των ορκ, αλλά δε νομίζω πως θα χρειαστεί να δώσω άλλη σπαθιά ξανά.

Ήταν δύσκολο και επικίνδυνο να κινούνται τη νύχτα σ’ εκείνο τον απάτητο τόπο· αλλά αργά και με πολλά παραπατήματα οι δύο χόμπιτ προχωρούσαν με κόπο, για ώρες, προς το βοριά, ακολουθώντας την ανατολική πλευρά της πέτρινης κοιλάδας. Όταν ένα γκρίζο φως ξαναφάνηκε πάνω από τα δυτικά ψηλώματα, πολύ αργότερα από τον ερχομό της μέρας στις περιοχές πέρα, κρύφτηκαν πάλι και κοιμήθηκαν λιγάκι, πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Όσες φορές ήταν ξυπνητός ο Σαμ, το μυαλό του γύριζε στο φαΐ. Τέλος, όταν ο Φρόντο ξύπνησε και είπε να φάνε και να ετοιμαστούν γι’ άλλη μια προσπάθεια, ο Σαμ έκανε την ερώτηση που τον απασχολούσε περισσότερο.

– Με το συμπάθιο, κύριε Φρόντο, είπε, αλλά έχεις καμιά ιδέα πόσο έχουμε να πάμε ακόμα;

– Όχι, όχι και πολύ καθαρή, Σαμ, απάντησε ο Φρόντο. Στο Σκιστό Λαγκάδι πριν ξεκινήσω μου έδειξαν ένα χάρτη της Μόρντορ που ήταν φτιαγμένος πριν ξαναγυρίσει εδώ ο Εχθρός· τον θυμάμαι όμως πολύ αμυδρά. Πιο καθαρά θυμάμαι πως είχε ένα μέρος βορινά που η δυτική οροσειρά και η βορινή οροσειρά βγάζουν προεκτάσεις που σχεδόν ενώνονται. Το σημείο αυτό πρέπει να βρίσκεται τουλάχιστον πενήντα λεύγες από τη γέφυρα πίσω κοντά στον Πύργο. Μπορεί να είναι καλό σημείο για να περάσουμε απέναντι. Αλλά, βέβαια, αν φτάσουμε εκεί, θα βρισκόμαστε πιο μακριά απ’ ό,τι είμαστε από το Βουνό, κάπου εξήντα μίλια, θα ’λεγα. Υπολογίζω πως έχουμε κάνει κάπου δώδεκα λεύγες βορινά από τη γέφυρα τώρα. Ακόμα κι αν όλα πάνε καλά, με δυσκολία θα έφτανα στο Βουνό σε μια βδομάδα. Φοβάμαι, Σαμ, πως το φορτίο θα γίνει πολύ βαρύ και θα πηγαίνω ακόμα πιο αργά, όσο πλησιάζουμε.

Ο Σαμ αναστέναξε.

– Ακριβώς, όπως το φοβόμουν, είπε. Λοιπόν, χωρίς να πω τίποτα για το νερό, πρέπει να τρώμε λιγότερο, κύριε Φρόντο, ή να προχωράμε γρηγορότερα, όσο βρισκόμαστε ακόμα σ’ αυτή την κοιλάδα. Μια μπουκιά ακόμα και όλο το φαΐ μας τελειώνει, εκτός από το ψωμί-για-το-δρόμο των Ξωτικών.