– Θα προσπαθήσω να γίνω λίγο πιο γρήγορος, Σαμ, είπε ο Φρόντο, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Εμπρός, λοιπόν! Ας ξεκινήσουμε γι’ άλλη μια φορά!
Δεν ήταν ακόμα εντελώς σκοτεινά ξανά. Προχώρησαν με κόπο, ώσπου νύχτωσε καλά. Οι ώρες περνούσαν κι εκείνοι προχωρούσαν κατάκοποι, σέρνοντας τα πόδια, σκοντάφτοντας και κάνοντας μερικές σύντομες στάσεις. Με την πρώτη υποψία γκρίζου φωτός κάτω από τις άκρες του καλύμματος της σκιάς κρύφτηκαν ξανά σε ένα σκοτεινό κοίλωμα κάτω απ’ την προεξοχή ενός βράχου.
Σιγά σιγά το φως δυνάμωσε, ώσπου η μέρα ξάνοιξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δυνατός άνεμος από τη Δύση έδιωχνε τώρα τους καπνούς της Μόρντορ από τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Πριν περάσει πολλή ώρα οι χόμπιτ μπορούσαν να δουν καλά την περιοχή για αρκετά μίλια γύρω τους. Το φαράγγι ανάμεσα στα βουνά και στο Μοργκάι ελαττωνόταν σε βάθος σταθερά καθώς ανηφόριζε και η εσωτερική κορυφογραμμή τώρα δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια προεξοχή στις απόκρημνες πλαγιές των Έφελ Ντούαθ· αλλά ανατολικά έπεφτε το ίδιο απόκρημνα όπως πάντα στο Γκόργκοροθ. Μπροστά τους η ρεματιά τερμάτιζε σε κομματιασμένα σκαλοπάτια βράχων γιατί από την κυρίως οροσειρά ξεπεταγόταν μια ψηλή ολόγυμνη προεξοχή, ανατολικά σαν τείχος. Και από την γκρίζα και ομιχλιασμένη βορινή οροσειρά των Έρεντ Λίθουι μια μακριά προεξοχή σαν χέρι απλωνόταν να τη συναντήσει· και ανάμεσα στις δύο προεξοχές υπήρχε ένα στενό άνοιγμα – το Κάραχ Άνγκρεν, το Ίσενμάουθ, που πίσω του απλωνόταν η βαθιά κοιλάδα του Ουντούν. Σ’ εκείνη την κοιλάδα πίσω από τη Μοράνον υπήρχαν οι σήραγγες και οι υπόγειες οπλοθήκες που οι υπηρέτες της Μόρντορ είχαν κατασκευάσει για την άμυνα της Μαύρης Πύλης της χώρας τους’ κι εκεί τώρα ο Άρχοντάς τους συγκέντρωνε βιαστικά μεγάλες δυνάμεις για να αντιμετωπίσει την επίθεση των Καπεταναίων της Δύσης. Πάνω στις προεξοχές ήταν χτισμένα φρούρια και πύργοι και έκαιγαν άγρυπνες φωτιές· και σε όλο το μήκος του ανοίγματος είχαν υψώσει ένα πρόχωμα και είχαν σκάψει μια βαθιά τάφρο που μπορούσες να την περάσεις μόνο από μία μοναδική γέφυρα.
Λίγα μίλια βορειότερα, ψηλά στο σημείο που η δυτική προεξοχή ξεχώριζε απ’ την κυρίως οροσειρά, υψωνόταν το αρχαίο κάστρο του Ντούρθανγκ, που τώρα ήταν ένα από τα πολλά λημέρια των ορκ που ήταν συνωστισμένα στην κοιλάδα του Ουντούν. Ένας δρόμος, που ήταν κιόλας ορατός στο φως που δυνάμωνε, κατέβαινε φιδογυριστός από κει, ώσπου, σ’ ένα δυο μίλια απόσταση από το μέρος που βρίσκονταν οι χόμπιτ, έστριβε ανατολικά και ακολουθούσε ένα πέρασμα κομμένο στην πλαγιά της προεξοχής κι έτσι κατέβαινε στην πεδιάδα και συνέχιζε ως το Ίσενμάουθ,
Στους χόμπιτ, καθώς κοιτούσαν, φάνηκε λες και όλο τους το ταξίδι βορινά είχε πάει χαμένο. Η πεδιάδα στα δεξιά τους ήταν θαμπή και γεμάτη καπνούς και δεν έβλεπαν ούτε καταυλισμούς ούτε κινήσεις στρατευμάτων όλη όμως εκείνη η περιοχή βρισκόταν κάτω από την επαγρύπνηση των φρουρίων του Κάραχ Άνγκρεν.
– Φτάσαμε σε αδιέξοδο, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Αν συνεχίσουμε, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να φτάσουμε σ’ εκείνον τον πύργο των ορκ, ο μοναδικός όμως δρόμος για να πάρουμε είναι εκείνος που κατηφορίζει από κει – εκτός και γυρίσουμε πίσω. Δεν μπορούμε ν’ ανεβούμε δυτικά ούτε να κατεβούμε ανατολικά.
– Τότε, πρέπει να πάρουμε το δρόμο, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ. Πρέπει να τον πάρουμε και να εμπιστευτούμε την τύχη μας, αν υπάρχει τύχη στη Μόρντορ. Ειδαλλιώς πάμε να παραδοθούμε, παρά να συνεχίσουμε να πλανιόμαστε εδώ κι εκεί ή να προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω. Τα τρόφιμα μας τελειώνουν. Θα πρέπει να βιαστούμε!
– Εντάξει, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Γίνε εσύ οδηγός μου! Όσο σου απομένουν ελπίδες. Οι δικές μου έχουν χαθεί. Δεν μπορώ όμως να βιαστώ, Σαμ. Ίσα που θα σέρνομαι πίσω σου.
– Πριν αρχίσεις να σέρνεσαι όμως, χρειάζεσαι φαΐ και ύπνο, κύριε Φρόντο. Έλα να πάρεις ό,τι μπορείς απ’ αυτά εδώ!
Έδωσε στο Φρόντο νερό κι ένα παραπανίσιο κομμάτι από το ψωμί-για-το-δρόμο κι έκανε το μανδύα του μαξιλάρι για το κεφάλι του κυρίου του. Ο Φρόντο ήταν πολύ κουρασμένος για να έχει αντιρρήσεις κι ο Σαμ δεν του είπε πως είχε πιει και την τελευταία σταγόνα από το νερό τους και πως είχε φάει και τη μερίδα του Σαμ εκτός από τη δική του. Όταν ο Φρόντο αποκοιμήθηκε, ο Σαμ έσκυψε από πάνω του και παρακολουθούσε την αναπνοή του και εξέταζε προσεκτικά το πρόσωπό του. Ήταν αυλακωμένο και αδύνατο και, παρ’ όλ’ αυτά, κοιμισμένο φαινόταν ικανοποιημένο και άφοβο.
«Λοιπόν, άκου και τα παρακάτω, κύριε! μουρμούρισε μοναχός του ο Σαμ. Θα πρέπει να σ’ αφήσω για λίγο και να εμπιστευτώ στην τύχη. Πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε νερό, ειδαλλιώς δε θα πάμε πιο πέρα.»
Ο Σαμ σύρθηκε έξω και, γλιστρώντας από βράχο σε βράχο με τη μεγαλύτερη χομπιτο-προσοχή, κατηφόρισε κατά τη ρεματιά και ύστερα την ακολούθησε για λίγο, όπως ανηφόριζε κατά το Βοριά, ώσπου έφτασε τα βραχο-σκαλοπάτια που τα χρόνια τα παλιά, χωρίς αμφιβολία, η πηγή της κατέβαινε ορμητικά σχηματίζοντας ένα μικρό καταρράκτη. Όλα τώρα έδειχναν ξερά και σιωπηλά· αλλά ο Σαμ αρνήθηκε να απελπιστεί και σκύβοντας αφουγκράστηκε και για μεγάλη του χαρά άκουσε κάτι να σταλάζει. Σκαρφάλωσε μερικά σκαλοπάτια και βρήκε ένα μικρό αυλάκι με σκοτεινόχρωμο νερό που έβγαινε απ’ την πλαγιά του λόφου και γέμιζε μια μικρή γυμνή λακκούβα, απ’ όπου πάλι ξεχειλούσε και τότε χανόταν κάτω απ’ τις γυμνές πέτρες,