Выбрать главу

Ο Σαμ δοκίμασε το νερό και του φάνηκε αρκετά καλό. Ύστερα ήπιε και χόρτασε, ξαναγέμισε το παγούρι και γύρισε να φύγει. Εκείνη τη στιγμή πήρε το μάτι του μια μαύρη μορφή ή σκιά να γλιστράει γρήγορα ανάμεσα στα βράχια πέρα στην κρυψώνα του Φρόντο κοντά. Πνίγοντας ένα ξεφωνητό πήδησε κάτω από την πηγή και άρχισε να τρέχει, πηδώντας από βράχο σε βράχο. Εκείνο το πλάσμα ήταν προσεκτικό, δύσκολα φαινόταν, ο Σαμ όμως είχε ελάχιστες αμφιβολίες: είχε μεγάλη επιθυμία να βάλει τα χέρια του στο λαιμό του. Τον άκουσε όμως που ερχόταν και ξεγλίστρησε γρήγορα κι απομακρύνθηκε. Ο

Σαμ νόμισε πως το είδε μια τελευταία φευγαλέα στιγμή να κοιτάζει προς τα πίσω πάνω από την άκρη του ανατολικού γκρεμού, πριν χαμηλώσει το κεφάλι κι εξαφανιστεί.

– Πάντως, η τύχη δε μ’ εγκατέλειψε, μουρμούρισε ο Σαμ, αλλά παρά τρίχα! Δε μας φτάνει που έχουμε χιλιάδες τους ορκ, αλλά έχουμε κι αυτό το βρομερό από πάνω να χώνει τη μύτη του παντού! Μακάρι να το είχαν σαϊτέψει!

Κάθισε πλάι στο Φρόντο και δεν τον ξύπνησε· όμως ο ίδιος δεν τόλμησε να κοιμηθεί. Τέλος, όταν κατάλαβε τα μάτια του να κλείνουν και κατάλαβε πως η προσπάθειά του να μείνει ξυπνητός δε θα κρατούσε πολύ ακόμα, ξύπνησε μαλακά το Φρόντο.

– Αυτό το Γκόλουμ πολύ φοβάμαι πως πάλι εδώ τριγυρίζει, κύριε Φρόντο, είπε. Γιατί, αν δεν ήτανε αυτό, τότε πρέπει να έχει δύο σαν κι αυτό. Έφυγα και πήγα να βρω νερό και το πήρε το μάτι μου να τριγυροφέρνει την ώρα που γύριζα πίσω. Νομίζω πως δεν είναι ασφαλισμένο να κοιμόμαστε κι οι δυο μαζί και, με το συμπάθιο, δεν μπορώ να κρατήσω άλλο τα μάτια μου ανοιχτά!

– Ευλογημένε Σαμ! είπε ο Φρόντο. Ξάπλωσε και κοιμήσου καλά! Πάντως καλύτερα το Γκόλουμ παρά οι ορκ. Κι οπωσδήποτε δε θα μας προδώσει, εκτός και το πιάσουν.

– Δεν αποκλείεται όμως να κάνει από μοναχό του καμιά κλεψιά ή φόνο, γρύλισε ο Σαμ. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, κύριε Φρόντο! Το παγούρι είναι γεμάτο νερό, Πιες να ξεδιψάσεις. Μπορούμε να το ξαναγεμίσουμε όταν φύγουμε.

Και μ’ αυτά τα λόγια ο Σαμ αποκοιμήθηκε βαθιά.

Το φως χανόταν πάλι όταν ξύπνησε. Ο Φρόντο καθόταν με την πλάτη στο βράχο, αλλά είχε κοιμηθεί. Το παγούρι ήταν άδειο. Από το Γκόλουμ δεν υπήρχε ίχνος.

Το σκοτάδι της Μόρντορ είχε ξαναγυρίσει και οι φωτιές στα ψηλώματα έκαιγαν άγριες και κατακόκκινες, όταν οι χόμπιτ ξεκίνησαν πάλι για το πιο επικίνδυνο κομμάτι όλου του ταξιδιού τους. Πήγαν πρώτα στη μικρή πηγή και ύστερα, σκαρφαλώνοντας με μεγάλη προσοχή, βγήκαν στο δρόμο στο σημείο που έστριβε ανατολικά κατά το Ίσενμάουθ είκοσι μίλια μακριά. Δεν ήταν φαρδύς δρόμος και δεν είχε μάντρα ή στηθαίο στην άκρη του και καθώς προχωρούσε ο απότομος γκρεμός στην άκρη του γινόταν όλο και πιο βαθύς. Οι χόμπιτ δεν άκουγαν καμιά κίνηση και, αφού αφουγκράστηκαν για λίγο, πήραν το δρόμο ανατολικά με βήμα σταθερό.

Αφού έκαναν κάπου δώδεκα μίλια, σταμάτησαν. Λίγο πιο πίσω ο δρόμος είχε στρίψει λίγο βορινά και το κομμάτι που είχαν διασχίσει τώρα δε φαινόταν. Αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό. Ξεκουράστηκαν για λίγα λεπτά και ύστερα συνέχισαν δεν είχαν όμως κάνει πολλά βήματα, όταν ξαφνικά στην ακινησία της νύχτας άκουσαν το θόρυβο που πάντα μυστικά έτρεμαν – το θόρυβο ποδιών που βάδιζαν στρατιωτικά. Ήταν ακόμη αρκετά μακριά τους, αλλά κοιτάζοντας πίσω μπορούσαν να δουν δάδες να τρεμοσβήνουν καθώς έπαιρναν τη στροφή σε λιγότερο από ένα μίλι απόσταση· και προχωρούσαν γρήγορα, πολύ γρήγορα για να μπορέσει ο Φρόντο να ξεφύγει τρέχοντας στο δρόμο.

– Το φοβόμουν, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Εμπιστευτήκαμε στην τύχη κι αυτή μας εγκατέλειψε. Είμαστε παγιδευμένοι.

Κοίταξε έξαλλος ψηλά το συνοφρυωμένο βράχο, που οι παλιοί κατασκευαστές του δρόμου είχαν κόψει την πέτρα κάθετα για πολλές οργιές πάνω από τα κεφάλια τους. Έτρεξε στην άλλη πλευρά και κοίταξε απ’ την άκρη σ’ ένα σκοτεινό μαύρο βάραθρο.

– Παγιδευτήκαμε επιτέλους! είπε.

Σωριάστηκε καταγής στη βάση του βράχου κι έσκυψε το κεφάλι.

– Έτσι φαίνεται, είπε ο Σαμ. Λοιπόν, δε μένει παρά να περιμένουμε και θα δούμε.

Και μ’ αυτά τα λόγια κάθισε χάμω πλάι στο Φρόντο στη σκιά του βράχου.