Выбрать главу

Παρ’ όλη τη ζαλάδα του από τον πόνο και την κούραση, ο Σαμ ξύπνησε κι άρπαξε γρήγορα την ευκαιρία. Έπεσε κάτω, τραβώντας το Φρόντο μαζί του. Άλλοι ορκ έπεσαν από πάνω τους ουρλιάζοντας και Ορίζοντας. Σιγά σιγά στα χέρια και στα γόνατα οι χόμπιτ σύρθηκαν και βγήκαν από την αναταραχή, ώσπου στο τέλος απαρατήρητοι πήδησαν κάτω απ’ την εξωτερική άκρη του δρόμου. Είχε ένα ψηλό στηθαίο, που οι οδηγοί των λόχων το χρησιμοποιούσαν για να μη χάνουν το δρόμο αν η νύχτα ήταν σκοτεινή ή ομιχλώδης, και ήταν στρωμένος μερικά πόδια ψηλότερα από το ύψος του εδάφους της πεδιάδας.

Έμειναν ακίνητοι για λίγο. Ήταν πολύ σκοτεινά για ν’ αναζητήσουν κρυψώνα, αν βέβαια υπήρχε· ο Σαμ όμως ένιωθε πως έπρεπε τουλάχιστο να ξεμακρύνουν κι άλλο από τους δρόμους και από την ακτίνα των δαυλών.

– Εμπρός, κύριε Φρόντο! ψιθύρισε. Σύρσου λίγο ακόμα κι ύστερα μπορείς να μείνεις ακίνητος.

Με μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια ο Φρόντο ανασηκώθηκε στα χέρια του και πήγε με μεγάλη προσπάθεια κάπου είκοσι γιάρδες παρακάτω. Ύστερα έπεσε σ’ ένα ρηχό χαντάκι που βρέθηκε απρόσμενα μπροστά τους κι εκεί έμεινε σαν πεθαμένος.

III

ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΟΥ ΧΑΜΟΥ

Ο Σαμ έβαλε τον κουρελιασμένο μανδύα των ορκ προσκεφάλι στον κύριό του και σκέπασε και τους δυο με τον γκρίζο μανδύα του Λόριεν και την ώρα που το έκανε, οι σκέψεις του ταξίδεψαν σ’ εκείνη την όμορφη χώρα και στα Ξωτικά με την ελπίδα πως το πανί που είχαν υφάνει με τα χέρια τους θα είχε την ιδιότητα να τους κρατήσει κρυμμένους πέρα από κάθε ελπίδα σ’ αυτόν τον άγριο τόπο του φόβου. Άκουσε την αναμπουμπούλα και τα ξεφωνητά να σβήνουν, καθώς τα στρατεύματα πέρασαν το Σιδερένιο Στόμιο. Κατά τα φαινόμενα, στην ανακατωσούρα και στο μπέρδεμα των λογής λογής λόχων, η απουσία τους δεν είχε γίνει αντιληπτή, τουλάχιστον ακόμα.

Ο Σαμ ήπιε μια γουλιά νερό, αλλά πίεσε το Φρόντο να πιει καλά και, όταν ο κύριος του συνήλθε λιγάκι, του έδωσε ένα ολόκληρο κομμάτι από το πολύτιμο ψωμί-για-το-δρόμο και τον ανάγκασε να το φάει. Ύστερα, όντας τόσο κουρασμένοι που δεν ένιωθαν και πολύ φόβο, ξάπλωσαν. Κοιμήθηκαν λιγάκι, με ανήσυχες διακοπές· γιατί ο ιδρώτας πάγωσε πάνω τους, οι σκληρές πέτρες τους έκοβαν και τουρτούριζαν. Από το Βοριά, από τη Μαύρη Πύλη, διασχίζοντας το Κίριθ Γκόργκορ, ξεχυνόταν ψιθυρίζοντας πάνω στη γη ένας ψιλός παγωμένος αέρας.

Το πρωί, ένα γκρίζο φως ήρθε πάλι, γιατί ψηλά στην ατμόσφαιρα ο Δυτικός Άνεμος εξακολουθούσε να φυσά, αλλά κάτω στις πέτρες πίσω από τα προκαλύμματα της Μαύρης Χώρας ο αέρας έμοιαζε σχεδόν νεκρός, παγωμένος και ταυτόχρονα αποπνικτικός. Ο Σαμ έριξε μια ματιά έξω από το λάκκο. Η περιοχή ολόγυρα ήταν θλιβερή, επίπεδη, με μουντά χρώματα. Στους δρόμους κοντά τίποτα δεν κουνιόταν τώρα· ο Σαμ όμως φοβόταν τα άγρυπνα μάτια στα τείχη του Ίσενμάουθ, που δεν ήταν πάνω από διακόσιες γιάρδες κατά το βοριά. Νοτιοανατολικά, πολύ μακριά, σαν μια μαύρη ορθωμένη σκιά, υψωνόταν το Βουνό. Από μέσα του ξεχύνονταν καπνοί και, ενώ όσοι ανέβαιναν ψηλά έφευγαν μακριά κατά την ανατολή, μεγάλα σύννεφα κυλούσαν και κατέβαιναν από τις πλαγιές του και ξαπλώνονταν στη γη. Λίγα μίλια βορειοανατολικά, οι πρόποδες των βουνών της Τέφρας στέκονταν σαν βλιβερά σταχτιά φαντάσματα, που πίσω τους οι γεμάτες ομίχλη βορινές κορφές υψώνονταν σαν μια σειρά απόμακρα σύννεφα ελάχιστα πιο σκοτεινά από το χαμηλωμένο ουρανό.

Ο Σαμ προσπάθησε να υπολογίσει τις αποστάσεις και να αποφασίσει ποιο δρόμο θα έπρεπε να πάρουν.

«Φαίνεται πενήντα μίλια γεμάτα γεμάτα», μουρμούρισε σκυθρωπά, κοιτάζοντας το απειλητικό βουνό, «και θα μας πάρει μια Βδομάδα σίγουρα, με τον κύριο Φρόντο στα χάλια που είναι».

Κούνησε το κεφάλι του και, εκεί που έκανε τους υπολογισμούς του, αργά αργά μια καινούρια μαύρη σκέψη γεννήθηκε στο νου του. Ποτέ δεν είχε σβήσει η ελπίδα για πολύ στη γενναία του καρδιά και πάντα ως τώρα υπολόγιζε και την επιστροφή τους. Η πικρή όμως αλήθεια τού έγινε συνείδηση επιτέλους: στην καλύτερη περίπτωση οι προμήθειές τους θα τους έφταναν ως εκεί που σκόπευαν να πάνε· και όταν εκτελούσαν την αποστολή τους, εκεί θα τελείωναν, μόνοι, δίχως σπίτι και τροφή καταμεσής στη φοβερή ερημιά. Δεν ήταν δυνατό να υπάρξει επιστροφή.

«Λοιπόν, αυτή ήταν η δουλειά που ένιωθα πως είχα να κάνω όταν ξεκίνησα», σκέφτηκε ο Σαμ, «να βοηθήσω τον κύριο Φρόντο ως το τελευταίο βήμα κι ύστερα να πεθάνω μαζί του; Λοιπόν, αν αυτή είναι η δουλειά, τότε πρέπει να την κάνω. Αλλά πολύ θα ’θελα να ’βλεπα το Μπαϊγουότερ ξανά και τη Ρόζι Κότον και τ’ αδέρφια της και το Γέρο και τη Μάριγκολντ κι όλους. Πάντως δεν μπορώ να φανταστώ πως ο Γκάνταλφ θα έστελνε τον κύριο Φρόντο σ’ αυτή την αποστολή, αν δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να γυρίσει πίσω. Όλα πήγαν στραβά, όταν έπεσε στη Μόρια. Μακάρι να μην είχε πέσει. Κάτι θα ’χε κάνει αυτός».