Выбрать главу

Αλλά ενώ η ελπίδα του Σαμ έσβηνε ή έδειχνε να σβήνει, άλλαξε και μετατράπηκε σε καινούρια δύναμη. Το απλό χομπιτοπρόσωπό του έγινε αυστηρό, σχεδόν άγριο καθώς μέσα του η θέληση ατσαλώθηκε κι ένιωσε σε όλα του τα μέλη ένα ανατρίχιασμα, λες και μεταμορφωνόταν σε κάποιο πλάσμα από πέτρα και ατσάλι, που ούτε απελπισία ούτε κούραση ούτε ατέλειωτα άγονα μίλια μπορούσαν να υποτάξουν.

Με καινούρια αίσθηση υπευθυνότητας γύρισε τα μάτια του στο έδαφος εκεί γύρω, μελετώντας την επόμενη κίνηση. Καθώς το φως δυνάμωσε λιγάκι, είδε μ’ έκπληξη ότι εκείνα που από μακριά έμοιαζαν με πλατιά και άμορφα ισιώματα, στην πραγματικότητα ήταν γεμάτα κατσάβραχα κι ανωμαλίες. Πραγματικά ολόκληρη η επιφάνεια των κάμπων του Γκόργκοροθ ήταν γεμάτη μεγάλες τρύπες, σαν βλογιοκομμένη, λες και, τότε που ήταν ακόμα μια ερημιά όλο μαλακή λάσπη, να είχε πληγεί από καταιγισμό βλημάτων και τεράστιων βράχων. Οι μεγαλύτερες από αυτές τις τρύπες είχαν γύρω γύρω στις άκρες τους προεξοχές από οδοντωτές πέτρες και πλατιές σχισμές ξεκινούσαν απ’ αυτές προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν ένας τόπος που θα ήταν δυνατό να σέρνονται από κρυψώνα σε κρυψώνα δίχως να τους διακρίνει κανείς, εκτός από τα πιο κοφτερά μάτια – δυνατόν, τουλάχιστο για κάποιον που να ήταν δυνατός και να μην είχε ανάγκη να βιαστεί. Για τους πεινασμένους και ξεθεωμένους, που είχαν να πάνε μακριά πριν τους τελειώσει η ζωή, ο τόπος είχε όψη φοβερή.

Την ώρα που συλλογιζόταν όλα αυτά ο Σαμ γύρισε στον κύριό του. Δε χρειάστηκε να τον ξυπνήσει. Ο Φρόντο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα με τα μάτια ανοιχτά κοιτάζοντας το συννεφιασμένο ουρανό.

– Λοιπόν, κύριε Φρόντο, είπε ο Σαμ, έριξα μια ματιά γύρω κι έκανα μερικές σκέψεις. Τίποτα δεν υπάρχει στους δρόμους και καλά θα κάνουμε να φύγουμε όσο έχουμε την ευκαιρία. Μπορείς;

– Μπορώ, είπε ο Φρόντο. Πρέπει να μπορέσω.

Γι’ άλλη μια φορά άρχισαν να σέρνονται από τρύπα σε τρύπα, γλιστρώντας γρήγορα πίσω απ’ οτιδήποτε μπορούσαν να κρυφτούν, προχωρώντας όμως πάντοτε λοξά προς τους πρόποδες της βορινής οροσειράς. Αλλά καθώς προχωρούσαν, ο πιο ανατολικός από τους δρόμους τους ακολουθούσε, ώσπου χανόταν, αγκαλιάζοντας τα κράσπεδα των βουνών, πέρα μακριά σ’ ένα τείχος μαύρης σκιάς μπροστά. Ούτε άνθρωπος ούτε ορκ δεν περπατούσε τώρα στα γκρίζα επίπεδα κομμάτια του· γιατί ο Μαύρος Άρχοντας είχε σχεδόν τελειώσει τις μετακινήσεις των δυνάμεών του και ακόμα και στην καρδιά της επικράτειάς του επιζητούσε τη μυστικότητα της νύχτας, γιατί φοβόταν τους ανέμους του κόσμου που είχαν στραφεί εναντίον του, σχίζοντας και παραμερίζοντας τα πέπλα του και ανησυχούσε με τις πληροφορίες για ριψοκίνδυνους κατασκόπους που είχαν περάσει τα σύνορά του.

Οι χόμπιτ έκαναν με πολύ κόπο μερικά μίλια και σταμάτησαν. Ο Φρόντο έδειχνε σχεδόν ξοφλημένος. Ο Σαμ είδε πως δεν μπορούσε να πάει πολύ πιο πέρα μ’ αυτόν τον τρόπο, σέρνοντας και σκύβοντας, πότε προχωρώντας πολύ αργά κι όλο αμφιβολία και πότε τρέχοντας και σκοντάφτοντας.

– Θα ξαναβγώ στο δρόμο όσο που έχει ακόμα φως, κύριε Φρόντο είπε. Θα εμπιστευτούμε την τύχη πάλι! Παραλίγο να μας εγκαταλείψει την τελευταία φορά, αλλά δε μας άφησε. Θα προχωρήσουμε ομαλά, λίγα μίλια ακόμα και ύστερα ανάπαυση.

Διακινδύνευε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανταζόταν αλλά ο Φρόντο ήταν πολύ απασχολημένος με το φορτίο του και τον αγώνα μέσα του για να έχει αντιρρήσεις και τόσο απελπισμένος, που σχεδόν δεν τον ένοιαζε. Σκαρφάλωσαν στον υπερυψωμένο δρόμο και συνέχισαν με κόπο, ακολουθώντας το σκληρό κι ανελέητο δρόμο που οδηγούσε στον ίδιο το Σκοτεινό Πύργο. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος τους και την υπόλοιπη εκείνη μέρα δε συνάντησαν ψυχή να κυκλοφορεί· και όταν έπεσε η νύχτα χάθηκαν μες στο σκοτάδι της Μόρντορ. Όλος ο τόπος ησύχαζε περιμένοντας τον ερχομό της μεγάλης καταιγίδας -γιατί οι Καπεταναίοι της Δύσης είχαν περάσει το Σταυροδρόμι και είχαν πυρπολήσει τα θανατερά λιβάδια του Ίμλαντ Μόργκουλ.

Έτσι το απελπισμένο ταξίδι συνεχιζόταν, καθώς το Δαχτυλίδι πήγαινε νότια και τα λάβαρα των βασιλιάδων προχωρούσαν βόρεια. Για τους χόμπιτ η κάθε μέρα, το κάθε μίλι, ήταν χειρότερο από το προηγούμενο, καθώς η δύναμή τους λιγόστευε και ο τόπος γινόταν όλο και πιο φοβερός. Δε συναντούσαν εχθρούς τη μέρα. Μερικές φορές τη νύχτα, εκεί όπως ήταν με φόβο κρυμμένοι ή μισοκοιμόντουσαν ανήσυχα σε κάποιον κρυψώνα πλάι στο δρόμο, άκουγαν φωνές και το θόρυβο από πολλά πόδια ή το γρήγορο πέρασμα κάποιου αλόγου που το ζόριζαν αλύπητα. Αλλά πολύ χειρότερη από όλους αυτούς τους κινδύνους ήταν η απειλή που συνεχώς πλησίαζε και έπεφτε πάνω τους καθώς προχωρούσαν – η φοβερή απειλή της Δύναμης που περίμενε, τυλιγμένη σε σκέψεις βαθιές και ξάγρυπνη κακία πίσω από το μαύρο πέπλο που κάλυπτε το Θρόνο της. Όλο και πιο κοντά ερχόταν και υψωνόταν όλο και πιο μαύρη, σαν τον ερχομό του τείχους της νύχτας στη συντέλεια του κόσμου.