Έφτασε τέλος μια φοβερή νύχτα· και την ώρα που οι Καπεταναίοι της Δύσης κόντευαν να βγουν από τις περιοχές που ήταν ζωντανές, οι δυο οδοιπόροι βρέθηκαν στην ώρα της έσχατης απελπισίας. Τέσσερις μέρες είχαν περάσει από τότε που είχαν ξεφύγει από τους ορκ, ο χρόνος όμως απλωνόταν πίσω τους σαν ένα όλο και πιο σκοτεινό όνειρο. Όλη αυτή την τελευταία μέρα ο Φρόντο δεν είχε μιλήσει, μόνο περπατούσε μισοσκυμμένος, σκοντάφτοντας συχνά, λες και τα μάτια του να μην έβλεπαν πια το δρόμο μπροστά στα πόδια του. Ο Σαμ υποψιαζόταν πως απ’ όλους τους πόνους αυτός υπέφερε το χειρότερο, το αυξανόμενο βάρος του Δαχτυλιδιού, που ήταν φορτίο για το σώμα του και μαρτύριο για το νου του. Όλος ανησυχία ο Σαμ είχε προσέξει πως το χέρι του κυρίου του σηκωνόταν συχνά, λες για να αποτρέψει κάποιο χτύπημα ή να σκεπάσει τα φοβισμένα μάτια του από κάποιο τρομερό Μάτι που προσπαθούσε να κοιτάξει μέσα τους. Και μερικές φορές το δεξί του χέρι κρυφοσερνόταν στο στήθος του αρπακτικό και ύστερα αργά, καθώς η θέλησή του επικρατούσε, αποτραβιόταν.
Τώρα που η μαυρίλα της νύχτας ξαναγύρισε, ο Φρόντο καθόταν με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του και τα χέρια του να κρέμονται καταγής όλο κούραση, με τα δάχτυλά του ν’ ανοιγοκλείνουν σπασμωδικά κι αδύναμα. Ο Σαμ τον παρατηρούσε, ώσπου η νύχτα τους τύλιξε και τους δύο και έκρυψε τον έναν από τον άλλον. Δεν μπορούσε πια να βρει λόγια για να πει· και στράφηκε στις δικές του σκοτεινές σκέψεις. Όσο για τον ίδιο, αν και κατάκοπος και κάτω από τη σκιά του φόβου, εξακολουθούσε να του έχει απομείνει λίγη δύναμη ακόμα. Το λέμπας είχε κάποια ιδιότητα, χωρίς την οποία θα είχαν από καιρό πέσει κάτω να πεθάνουν. Δεν ικανοποιούσε την επιθυμία για φαγητό. Γι’ αυτό και, μερικές φορές, ο νους του Σαμ ονειρευόταν φαγητό κι επιθυμούσε απλό ψωμί και κρέας. Κι όμως αυτό το ψωμί-για-το-δρόμο των Ξωτικών είχε μια δύναμη που όλο μεγάλωνε, καθώς οι ταξιδιώτες έτρωγαν μόνο από αυτό και δεν το ανακάτευαν με άλλες τροφές. Έτρεφε τη θέληση και έδινε δύναμη κι αντοχή για να επιβάλλονται στους μυώνες και στα μέλη τους πέρα από το μέτρο των θνητών πλασμάτων. Τώρα όμως έπρεπε να πάρουν καινούρια απόφαση. Δεν μπορούσαν ν’ ακολουθήσουν αυτόν το δρόμο πια· γιατί συνέχιζε ανατολικά κατά τη μεγάλη Σκιά, το Βουνό όμως τώρα υψωνόταν στα δεξιά τους, σχεδόν ίσια στο νοτιά και έπρεπε να στρίψουν κατά κει. Όμως, ανάμεσα απλωνόταν ακόμα μια πλατιά ολόγυμνη περιοχή που κάπνιζε και ήταν γεμάτη στάχτες.
– Νερό, νερό! μουρμούρισε ο Σαμ.
Είχε στερήσει τον εαυτό του και στο φρυγμένο του το στόμα η γλώσσα του έμοιαζε χοντρή και πρησμένη· μ’ όλη του όμως τη φροντίδα τούς είχε απομείνει πολύ λίγο τώρα, το μισό ίσως παγούρι του και μπορεί να είχαν ακόμα μέρες πορεία. Και θα τους είχε τελειώσει όλο, εδώ και πολύν καιρό, αν δεν είχαν τολμήσει ν’ ακολουθήσουν το δρόμο των ορκ. Γιατί σε μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις σ’ εκείνον το δρόμο ήταν φτιαγμένες στέρνες για να χρησιμοποιούν τα στρατεύματα που έστελναν βιαστικά σ’ αυτές τις άνυδρες περιοχές. Σε μία ο Σαμ είχε βρει λίγο νερό που είχε απομείνει, πολυκαιρινό, θολωμένο από τους ορκ, αρκετό όμως στην απελπιστική τους θέση. Όμως, από τότε είχε περάσει μία μέρα. Δεν υπήρχε ελπίδα για άλλο.
Τέλος, κουρασμένος απ’ τις έγνοιες ο Σαμ ψευτοκοιμήθηκε, αφήνοντας το αύριο ώσπου νά ’ρθει· δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο. Τα όνειρα και το ξύπνημα μπερδεύονταν ανήσυχα. Έβλεπε φώτα σαν χαιρέκακα μάτια και μαύρες μορφές να σέρνονται κι άκουγε φωνές σαν από άγρια ζώα ή τις τρομερές κραυγές πλασμάτων που τα βασάνιζαν και πεταγόταν κι έβλεπε πως ο κόσμος ήταν όλος σκοτεινός και μόνο άδεια μαυρίλα ολόγυρά του. Μόνο μια φορά, όπως καθόταν και κοίταζε αγριεμένα ολόγυρα, του φάνηκε, μόλο που ήταν ξι πνητός, πως εξακολουθούσε να Βλέπει κάτι χλωμά φώτα σαν μάτια· γρήγορα όμως τρεμόπαιξαν και χάθηκαν.
Η μισητή νύχτα πέρασε αργά και απρόθυμα. Το φως που την ακολούθησε ήταν θαμπό’ γιατί εδώ, καθώς το Βουνό πλησίαζε, η ατμόσφαιρα ήταν πάντα σκοτεινή, ενώ από το Μαύρο Πύργο σέρνονταν βγαίνοντας τα πέπλα της Σκιάς που ο Σόρον ύφαινε ολόγυρά του. Ο Φρόντο ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα δίχως να κουνιέται. Ο Σαμ στάθηκε πλάι του, απρόθυμος να μιλήσει, αν και ήξερα πως αυτός μιλούσε τώρα – έπρεπε να ενεργοποιήσει τη θέληση του κυρίου του γι’ άλλη μια προσπάθεια. Τέλος, σκύβοντας και χαϊδεύοντας το μέτωπο του Φρόντο, του μίλησε στο αυτί.