Выбрать главу

– Ξύπνα, κύριε! είπε. Ώρα να ξεκινήσουμε πάλι.

Λες και τον ξύπνησε κάποιο κουδούνι απότομα, ο Φρόντο σηκώθηκε γρήγορα και κοίταξε κατά το νοτιά· όταν όμως τα μάτια του είδαν το Βουνό και την έρημο, δείλιασε πάλι.

– Δεν μπορώ να τα καταφέρω, Σαμ, είπε. Είναι βάρος ασήκωτο, μεγάλο βάρος.

Ο Σαμ ήξερε, πριν μιλήσει, πως ήταν μάταιο και πως τέτοιες κουβέντες μπορεί να έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό, αλλά από τη λύπηση που ένιωθε δεν μπορούσε να κρατηθεί σιωπηλός.

– Άσε με τότε να το μεταφέρω λίγο εγώ, κύριε, είπε. Το ξέρεις πως θα το ’κανα και μ’ όλη μου την καρδιά μάλιστα, για όσο έχω δύναμη.

Ένα άγριο φως φάνηκε στα μάτια του Φρόντο.

– Στάσου μακριά! Μη μ’ αγγίζεις! φώναξε. Είναι δικό μου, σου λέω. Φύγε!

Το χέρι του πήγε κατά τη λαβή του σπαθιού του. Ύστερα όμως η φωνή του άλλαξε.

– Όχι, όχι, Σαμ, είπε λυπημένα. Αλλά πρέπει να καταλάβεις. Είναι δικό μου το φορτίο και κανείς άλλος δεν μπορεί να το μεταφέρει. Είναι πολύ αργά τώρα, Σαμ, καλέ μου. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις ξανά μ’ αυτόν τον τρόπο. Μ’ έχει κάτω από την εξουσία του σχεδόν. Δε θα μπορούσα να το δώσω και, αν προσπαθούσες να το πάρεις, θα τρελαινόμουν.

Ο Σαμ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

– Καταλαβαίνω, είπε. Αλλά σκέφτομαι, κύριε Φρόντο, πως υπάρχουν μερικά πράγματα που δε μας χρειάζονται. Γιατί να μην ξαλαφρώσουμε λιγάκι το βάρος; Τώρα θα πάμε κατά κει, όσο πιο ίσια γίνεται -έδειξε το Βουνό. Άδικος κόπος να κουβαλάμε ό,τι δεν το χρειαζόμαστε σίγουρα.

Ο Φρόντο κοίταξε ξανά κατά το Βουνό.

– Όχι, είπε, δε θα χρειαστούμε πολλά σ’ εκείνον το δρόμο. Και στο τέρμα του τίποτα.

Πιάνοντας την ασπίδα των ορκ που είχε, την πέταξε μακριά και το κράνος του ξοπίσω της. Ύστερα βγάζοντας τον γκρίζο μανδύα ξεκούμπωσε τη βαριά ζώνη και την άφησε να πέσει καταγής μαζί με το σπαθί στη θήκη του. Έσκισε τελείως τα κουρέλια του μαύρου μανδύα και τα σκόρπισε.

– Να, φώναξε, δε θα παριστάνω τον ορκ πια, φώναξε, ούτε θα κρατήσω όπλο, είτε καλό είτε κακό. Ας με πιάσουν, αν θέλουν!

Ο Σαμ έκανε το ίδιο και άφησε κατά μέρος τη δική του εξάρτυση των ορκ· κι έβγαλε όλα τα πράγματα απ’ το σακίδιό του. Το καθένα απ’ αυτά είχε κάπως καταφέρει να του γίνει αγαπητό, ίσως και γιατί τα είχε κουβαλήσει τόσο δρόμο με τόσο κόπο. Το πιο σκληρό απ’ όλα ήταν να αποχωριστεί τα σύνεργα της μαγειρικής του. Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια του στη σκέψη πως θα τα πετούσε.

– Θυμάσαι εκείνο το κουνελάκι, κύριε Φρόντο, είπε. Και το μέρος που καθόμαστε στη ζεστή πλαγιά στη χώρα του Καπετάν Φαραμίρ, τη μέρα που είδα τον ολίφαντα;

– Όχι, φοβάμαι πως όχι, Σαμ, είπε ο Φρόντο. Δηλαδή, ξέρω πως έγιναν τέτοια πράγματα, αλλά δεν μπορώ να τα δω. Δε μου έχουν μείνει ούτε γεύση φαγητού ούτε αίσθηση νερού ούτε βουητό ανέμου ούτε ανάμνηση δέντρου, χορταριού ή λουλουδιού ούτε εικόνα φεγγαριού ή άστρου. Είμαι γυμνός στο σκοτάδι, Σαμ, και δεν υπάρχει παραπέτασμα ανάμεσα σ’ εμένα και στον πύρινο τροχό. Αρχίζω να τον βλέπω και με τα μάτια ορθάνοιχτα κι όλα τ’ άλλα ξεθωριάζουν.

Ο Σαμ τον πλησίασε και του φίλησε το χέρι.

– Τότε, όσο πιο γρήγορα το ξεφορτωθούμε, τόσο πιο γρήγορα θα ξεκουραστούμε, είπε κομπιάζοντας, μη βρίσκοντας τίποτε καλύτερο να πει.

«Με τα λόγια δε διορθώνεται τίποτα», μουρμούρισε μοναχός του, καθώς συγκέντρωσε όλα τα πράγματα που είχαν ξεδιαλέξει να πετάξουν. Δεν είχε καμιά όρεξη να τ’ αφήσει έτσι ξεσκέπαστα στην ερημιά, μην τα δει κανένα μάτι.

– Ο Βρομερός κατά τα φαινόμενα πήρε εκείνο το θώρακα των ορκ, αλλά δε θα πάρει και σπαθί τώρα. Αρκετά επικίνδυνα είναι τα χέρια του κι όταν είναι άδεια. Κι ούτε θα μου μαγαρίσει εμένα τα κατσαρολικά μου!

Και μ’ αυτά τα λόγια μετέφερε όλα τα πράγματα σε μια από τις πολλές σχισμές που χαράκωναν τη γη και τα έριξε μέσα. Ο θόρυβος, που έκαναν τα πολύτιμα κατσαρολικά του καθώς έπεφταν βαθιά στο σκοτάδι, έμοιαζε με πένθιμο καμπάνισμα στην καρδιά του.

Ξαναγύρισε στο Φρόντο και ύστερα έκοψε ένα κοντό κομμάτι από το σκοινί των ξωτικών για να χρησιμεύσει στον κύριό του για ζωνάρι και να σφίξει τον γκρίζο μανδύα καλά γύρω από τη μέση του. Το υπόλοιπο το τύλιξε με προσοχή και το ξανάβαλε στο σακίδιό του. Εκτός από αυτό κράτησε μόνο τα απομεινάρια από το-ψωμί-για-το-δρόμο, το παγούρι και το Κεντρί που εξακολουθούσε να κρέμεται από τη ζώνη του· και κρυμμένα καλά σε μια τσέπη του χιτωνίου του, πάνω στο στήθος του το φιαλίδιο της Γκαλάντριελ και το μικρό κουτάκι που του είχε χαρίσει.

Τώρα, τέλος, γύρισαν τα πρόσωπά τους κατά το Βουνό και ξεκίνησαν, δίχως πια σκέψη να κρυφτούν, προσπαθώντας, παρά την κούραση τους και την εξασθενημένη θέληση τους, να συνεχίσουν να προχωρούν και τίποτ’ άλλο. Στο σύθαμπο της θλιβερής εκείνης μέρας ελάχιστοι ακόμα και σ’ αυτή τη χώρα της επαγρύπνησης θα μπορούσαν να τους διακρίνουν, εκτός από πολύ κοντά. Από όλους τους σκλάβους του Σκοτεινού Άρχοντα, μόνο οι Νάζγκουλ θα μπορούσαν να τον προειδοποιήσουν για τον κίνδυνο που πλησίαζε, μικρός αλλά ακατανίκητος, στην καρδιά του προστατευμένου του Βασίλειου. Αλλά οι Νάζγκουλ και τα μαύρα τους φτερά ήταν έξω, σε άλλη αποστολή: ήταν συγκεντρωμένοι μακριά, σκιάζοντας την πορεία των Καπεταναίων της Δύσης κι εκεί ήταν στραμμένη η σκέψη του Σκοτεινού Πύργου.