Εκείνη τη μέρα φάνηκε στο Σαμ πως ο κύριός του είχε βρει καινούρια δύναμη, περισσότερη από ό,τι μπορούσε να αποδοθεί στο μικρό ξαλάφρωμα του φορτίου που είχε να μεταφέρει. Στις πρώτες πορείες προχώρησαν περισσότερο και με μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι είχε ελπίσει. Η περιοχή ήταν κακοτράχαλη και εχθρική, παρ’ όλα αυτά όμως προχώρησαν πολύ και το Βουνό όλο και πλησίαζε. Αλλά καθώς η μέρα έφευγε γρήγορα και το θαμπό φως άρχισε να χάνεται, ο Φρόντο καμπούριασε ξανά και άρχισε να παραπατάει, λες και η καινούρια προσπάθεια να του είχε εξαντλήσει όση δύναμη του είχε απομείνει.
Στον τελευταίο τους σταθμό σωριάστηκε κάτω και είπε: «Διψώ, Σαμ», και δεν ξαναμίλησε. Ο Σαμ του έδωσε μια γουλιά νερό· μόνο μια γουλιά ακόμα έμενε. Εκείνος δεν ήπιε· και τώρα, καθώς γι’ άλλη μια φορά η νύχτα της Μόρντορ τους τύλιξε, μέσα από όλες του τις σκέψεις του ήρθε η ανάμνηση του νερού· και κάθε ρυάκι ή ποταμάκι ή πηγή που είχε ποτέ του δει, κάτω απ’ τη σκιά κάποιας ιτιάς ή να παιζογυαλίζει στον ήλιο, χόρευαν και κυμάτιζαν για να τον βασανίζουν πίσω από το σκοτάδι των ματιών του. Ένιωθε τη δροσερή λάσπη στα δάχτυλα των ποδιών του καθώς πλατσούριζε στη Λίμνη στο Μπαϊγουότερ με τον Τζόλι Καλύβα, τον Τομ και το Νιμπς και την αδελφή τους τη Ρόζι.
– Αυτά όμως ήταν χρόνια πριν, αναστέναξε, και πολύ μακριά. Ο δρόμος της επιστροφής, αν υπάρχει, περνάει απ’ το Βουνό.
Δεν μπορούσε να κοιμηθεί κι έπιασε κουβέντα με τον εαυτό του.
– Έλα, λοιπόν, τα καταφέραμε καλύτερα απ’ ό,τι έλπιζες, είπε με δύναμη. Πάντως, καλά αρχίσαμε. Υπολογίζω πως κάναμε τη μισή απόσταση πριν σταματήσουμε. Μια μέρα ακόμα φτάνει – κι ύστερα σταμάτησε.
– Μην είσαι ανόητος, Σαμ Γκάμγκη, ήρθε η απάντηση με τη δική του τη φωνή. Δε θα πάει κι άλλη μέρα έτσι, ζήτημα είναι αν τα καταφέρει να προχωρήσει καθόλου. Κι εσύ δεν μπορείς να συνεχίσεις για πολύ ακόμα, αν του δίνεις όλο το νερό και το περισσότερο φαγητό.
– Πάντως αντέχω να πάω ακόμα αρκετό δρόμο και θα πάω.
– Πού;
– Στο Βουνό, φυσικά.
– Κι ύστερα, Σαμ Γκάμγκη, ύστερα τι; Όταν φτάσεις εκεί, τι θα κάνεις; Αυτός δε θα μπορεί να κάνει τίποτα μόνος του.
Απελπισμένα ο Σαμ κατάλαθε πως δεν είχε να δώσει α7[άντηση. Δεν είχε καμιά ξεκαθαρισμένη ιδέα. Ο Φρόντο δεν του είχε μιλήσει πολύ για την αποστολή του κι ο Σαμ το μόνο που ήξερε αόριστα ήταν πως το Δαχτυλίδι έπρεπε με κάποιον τρόπο να μπει στη φωτιά.
– Οι Σχισμές του Χαμού, μουρμούρισε, καθώς το παλιό όνομα ξανάρθε στη μνήμη του. Πάντως μπορεί ο Κύριος να ξέρει πώς να τις βρει, εγώ πάντως δεν ξέρω.
– Να που ’ρχεσαι στα λόγια μου! ήρθε η απάντηση. Στο βρόντο πάνε όλα. Το ’πε κι ο ίδιος. Είσαι ανόητος, που συνεχίζεις να ελπίζεις και να κοπιάζεις. Θα μπορούσατε να είχατε ξαπλώσει χάμω και να ’χατε κοιμηθεί παρέα εδώ και μέρες, αν δεν ήσουν τόσο επίμονος. Αλλά θα πεθάνετε έτσι κι αλλιώς, ή και χειρότερα. Καλά θα κάνεις να πέσεις χάμω και να τα παρατήσεις τώρα. Στην κορφή πάντως δε φτάνεις.
– Εγώ θα φτάσω εκεί, ακόμα κι αν χρειαστεί ν’ αφήσω πίσω μου τα πάντα εκτός από τα κόκαλά μου, είπε ο Σαμ. Και θα κουβαλήσω εγώ ο ίδιος τον κύριο Φρόντο, ακόμα κι αν μου κοπεί η μέση κι αν γίνει η καρδιά μου χίλια κομμάτια. Σταμάτα, λοιπόν, τις αντιρρήσεις!
Εκείνη τη στιγμή ο Σαμ ένιωσε να τρεμουλιάζει η γη από κάτω του κι άκουσε ή ένιωσε ένα βαθύ απόμακρο βουητό σαν βροντή φυλακισμένη κάτω από τη γη. Φάνηκε για λίγο μια κόκκινη φλόγα που τρεμόσβησε κάτω από τα σύννεφα και ξεψύχησε. Και το Βουνό κοιμόταν ανήσυχα.
Το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού τους στο Όροντρούιν έφτασε και ήταν ένα μαρτύριο μεγαλύτερο από ό,τι είχε ποτέ του φανταστεί ο Σαμ πως θα μπορούσε να αντέξει. Πονούσε και ήταν τόσο κολλημένο το στόμα του από τη δίψα, που δεν μπορούσε να καταπιεί ούτε μια μπουκιά φαΐ. Εξακολουθούσε να είναι σκοτεινά, και δεν έφταιγαν μόνο οι καπνοί του Βουνού – έμοιαζε να έρχεται καταιγίδα και πέρα μακριά νοτιοανατολικά γυάλιζαν αστραπές στο μαύρο ουρανό από κάτω. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν μια ατμόσφαιρα γεμάτη αναθυμιάσεις· ανέπνεαν με δυσκολία και πόνο και τους έπιασε μία ζαλάδα, ώστε συχνά παραπατούσαν κι έπεφταν. Όμως η θέλησή τους δε λύγιζε και συνέχιζαν τον αγώνα.