Выбрать главу

Το Βουνό εξακολουθούσε να πλησιάζει, ώσπου, αν σήκωναν τα βαριά τους κεφάλια, κάλυπτε όλο το οπτικό τους πεδίο, έτσι όπως υψωνόταν μπροστά τους – ένας θεόρατος όγκος από στάχτες, λάβα και καμένες πέτρες, που από μέσα τους ένας απόκρημνος κώνος ανέβαινε ως τα σύννεφα. Πριν σβήσει το μισοσκόταδο της μέρας κι έρθει το αληθινό σκοτάδι, είχαν φτάσει έρποντας και σκοντάφτοντας στους πρόποδές του.

Με μια λαχανιασμένη ανάσα ο Φρόντο έπεσε καταγής. Ο Σαμ κάθισε πλάι του. Κατάπληκτος ένιωθε κουρασμένος, αλλά ανάλαφρος και το κεφάλι του ήταν πάλι καθαρό. Δεν του ταλαιπωρούσαν το νου άλλες αμφιβολίες. Ήξερε όλα τα επιχειρήματα της απελπισίας και δεν τους έδινε σημασία. Τη θέλησή του, ατσαλωμένη τώρα, μόνο ο θάνατος μπορούσε να τη σπάσει. Δεν ένιωθε πια ούτε επιθυμία ούτε ανάγκη για ύπνο, αλλά μάλλον για επαγρύπνηση. Ήξερε πως όλες οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι μαζεύονταν τώρα μαζί σ’ ένα σημείο – η αυριανή μέρα θα ήταν μέρα σημαδεμένη, η μέρα της τελικής προσπάθειας ή της καταστροφής, της τελευταίας πνιγμένης αναπνοής.

Πότε όμως θα ερχόταν; Η νύχτα φαινόταν ατελείωτη και άχρονη, το ένα λεπτό ακολουθούσε το άλλο πέφτοντας νεκρό δίχως να περνά η ώρα ούτε να έρχεται κάποια αλλαγή. Ο Σαμ άρχισε ν’ αναρωτιέται μην τυχόν και είχε αρχίσει μια δεύτερη σκοτεινιά και δε θα ξαναφαινόταν μέρα πια. Τέλος, έψαξε στα σκοτεινά για το χέρι του Φρόντο. Ήταν παγωμένο κι έτρεμε. Ο κύριός του τουρτούριζε.

– Δεν έπρεπε ν’ αφήσω την κουβέρτα, μουρμούρισε ο Σαμ.

Και, ξαπλώνοντας κάτω προσπάθησε ν’ ανακουφίσει το Φρόντο με τα χέρια και το σώμα του. Ύστερα τον πήρε ο ύπνος και το θαμπό φως της τελευταίας μέρας της αποστολής τους τούς βρήκε πλάι πλάι. Ο αέρας είχε πέσει την προηγούμενη μέρα καθώς είχε αλλάξει την κατεύθυνσή του από τη Δύση και τώρα ερχόταν από το Βοριά και άρχισε να δυναμώνει· κι αργά αργά το φως του αόρατου Ήλιου κατέβηκε φιλτραρισμένο ως τις σκιές που βρίσκονταν οι χόμπιτ.

– Εμπρός, τώρα! Πάμε για την τελευταία λαχανιασμένη προσπάθεια! είπε ο Σαμ όπως σηκώθηκε όρθιος με κόπο.

Έσκυψε πάνω από το Φρόντο και τον ξύπνησε μαλακά. Ο Φρόντο Βόγκησε· αλλά βάζοντας όλη του τη θέληση σηκώθηκε παραπατώντας όρθιος· κι ύστερα έπεσε στα γόνατα πάλι. Σήκωσε τα μάτια του με δυσκολία στις σκοτεινές πλαγιές του Βουνού του Χαμού που πυργωνόταν από πάνω του και ύστερα αξιολύπητα άρχισε να προχωρεί με τα τέσσερα.

Ο Σαμ τον κοίταξε κι έκλαιγε η καρδιά του, αλλά δε βγήκαν δάκρυα απ’ τα στεγνά του μάτια που έτσουζαν.

«Είπα πως θα τον κουβαλήσω ακόμα κι αν μου κοπεί η μέση, μουρμούρισε, και θα το κάνω!»

– Έλα, κύριε Φρόντο! φώναξε. Εγώ δεν μπορώ να σ’ το κουβαλήσω, μπορώ όμως να κουβαλήσω κι εσένα κι αυτό μαζί. Έλα, λοιπόν, σήκω! Έλα, καλέ μου κύριε Φρόντο! Ο Σαμ θα σε πάρει στην πλάτη. Εσύ θα του λες μόνο πού να πηγαίνει κι αυτός θα πηγαίνει.

Όταν ο Φρόντο ανέβηκε στην πλάτη του, με τα χέρια χαλαρά γύρω από το λαιμό του και τα πόδια πιασμένα σφιχτά κάτω από τα χέρια του, ο Σαμ σηκώθηκε όρθιος παραπατώντας· και, ύστερα κατάπληκτος, ένιωσε το φορτίο του ελαφρό. Είχε φοβηθεί πως μόλις και μετά βίας θα είχε τη δύναμη να σηκώσει τον κύριό του μοναχό και πέρα από αυτό περίμενε πως θα είχε μερίδιο από το φοβερό βάρος του καταραμένου Δαχτυλιδιού που τραβούσε προς τα κάτω. Αλλά δεν ήταν έτσι. Είτε γιατί ο Φρόντο ήταν τόσο αδυνατισμένος από τους μακρόχρονους πόνους του, την πληγή από το μαχαίρι, το δηλητηριασμένο κεντρί, τη λύπη, το φόβο, την άστεγη περιπλάνηση, είτε γιατί του είχε δοθεί σαν δώρο δύναμη στο τέλος, ο Σαμ σήκωσε το Φρόντο με την ίδια ευκολία που θα κουβαλούσε ένα χομπιτο-πιτσιρίκι στην πλάτη του παίζοντας στη χλόη ή στα χωράφια του Σάιρ. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και ξεκίνησε.

Είχαν φτάσει στους πρόποδες του Βουνού από τη βόρεια πλευρά του και λίγο προς τα δυτικά· εκεί οι μακρουλές γκρίζες πλαγιές του, αν και ανώμαλες, δεν ήταν απόκρημνες. Ο Φρόντο δε μιλούσε και ο Σαμ προχωρούσε με κόπο, όσο καλύτερα μπορούσε, χωρίς καθοδήγηση, παρά μόνο με τη θέληση να ανεβεί όσο πιο ψηλά μπορεί πριν εξαντληθεί η δύναμή του και λυγίσει η θέλησή του. Με κόπο προχωρούσε ασταμάτητα, όλο και πιο ψηλά, στρίβοντας πότε από δω και πότε από κει, για να ανηφορίζει πιο ομαλά, σκοντάφτοντας συχνά και στο τέλος άρχισε να σέρνεται σαν σαλιγκάρι με βαρύ φορτίο στη ράχη του. Όταν η θέλησή του δεν μπορούσε να τον σπρώξει πιο πέρα και τα μέλη του εξαντλήθηκαν, σταμάτησε κι ακούμπησε κάτω τον κύριό του.

Ο Φρόντο άνοιξε τα μάτια του και πήρε αναπνοή. Ήταν ευκολότερη η αναπνοή εδώ πάνω ψηλότερα από τις αναθυμιάσεις, που στροβιλίζονταν κι απλώνονταν κάτω χαμηλά.