Выбрать главу

– Σ’ ευχαριστώ, Σαμ, είπε μ’ ένα σπασμένο ψιθύρισμα. Πόσο έχουμε ακόμα;

– Δεν ξέρω, είπε ο Σαμ, γιατί δεν ξέρω πού πάμε.

Κοίταξε πίσω και ύστερα κοίταξε ψηλά· και έμεινε κατάπληκτος όταν είδε πόσο μακριά τον είχε φέρει η τελευταία του προσπάθεια. Το Βουνό, έτσι όπως στεκόταν απειλητικό και μοναχό, έδειχνε ψηλότερο απ’ ό,τι ήταν. Ο Σαμ είδε τώρα πως ήταν χαμηλότερο από τα ψηλά περάσματα των Έφελ Ντούαθ, που αυτός κι ο Φρόντο είχαν ανεβεί. Οι ασαφείς και ανώμαλες ράχες της τεράστιας βάσης του υψώνονταν κάπου τρεις χιλιάδες πόδια πάνω από την πεδιάδα και από πάνω τους ανέβαινε κάπου άλλο μισό από αυτό το ύψος ξανά ο ψηλός κεντρικός κώνος του, σαν ένα τεράστιο καμίνι ή καμινάδα μ’ έναν οδοντωτό κρατήρα στην κορυφή. Ο Σαμ όμως είχε κιόλας ανεβεί περισσότερο από τη μισή απόσταση από τη βάση και η πεδιάδα του Γκόργκοροθ θαμποφαινόταν κάτω, τυλιγμένη στις αναθυμιάσεις και στη σκιά. Εκεί που κοίταζε ψηλά θα έβγαζε μια φωνή, αν τον άφηνε το φρυγμένο του λαρύγγι· γιατί ανάμεσα στα ανώμαλα υψωματάκια και στις ράχες ψηλότερα έβλεπε καθαρά ένα μονοπάτι ή δρόμο. Ανηφόριζε σαν ζωνάρι που ανέβαινε από τα δυτικά και τυλιγόταν σαν φίδι γύρω από το Βουνό, ώσπου, πριν στρίψει και χαθεί από τα μάτια, έφτανε τη βάση του κώνου στην ανατολική του πλευρά.

Ο Σαμ δεν έβλεπε τη διαδρομή του ακριβώς από πάνω του, εκεί που ήταν το χαμηλότερο σημείο του, γιατί είχε μια απότομη πλαγιά που ξεκινούσε από το σημείο που στεκόταν αλλά υπολόγισε πως, αν κατάφερνε να σκαρφαλώσει λίγο πιο πάνω, θα έβγαιναν στο μονοπάτι. Μια αμυδρή ελπίδα τού ξαναγεννήθηκε. Μπορεί ακόμα να το κατακτούσαν το Βουνό.

«Θα ’λεγε κανείς πως το ’βαλαν εκεί εξεπίτηδες!» μονολόγησε. «Αν δεν ήταν εκεί, θα αναγκαζόμουν να πω πως νικήθηκα στο τέλος.»

Το μονοπάτι δεν ήταν εκεί για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του Σαμ. Δεν το ήξερε, αλλά κοίταζε το Δρόμο του Σόρον από το Μπαράντ-ντουρ στις Σάμαθ Νάουρ, τις Αίθουσες της Φωτιάς. Εεκινούσε από τη θεόρατη δυτική πύλη του Σκοτεινού Πύργου και περνούσε πάνω από μία βαθιά άβυσσο με μια τεράστια σιδερένια γέφυρα και ύστερα μπαίνοντας στην πεδιάδα προχωρούσε για μία λεύγα ανάμεσα από δύο χάσματα που κάπνιζαν κι έτσι έφτανε ένα μακρύ ανηφορικό υπερυψωμένο δρόμο που έβγαζε στην ανατολική πλευρά του Βουνού. Από εκεί έστριβε και έζωνε όλη τη μεγάλη του περιφέρεια από το νότο ως το βοριά και τέλος ανέβαινε ψηλά στον κώνο της κορυφής, αλλά μακριά όμως ακόμα από την κορυφή που κάπνιζε, σε μια σκοτεινή είσοδο που έβλεπε ανατολικά ίσια στο Παράθυρο του Ματιού στο σκεπασμένο σκιές φρούριο του Σόρον. Ο δρόμος συχνά έκλεινε ή χαλούσε από τις αναταραχές των καμινιών του Βουνού, αλλά πάντοτε τον επισκεύαζαν και τον άνοιγαν πάλι με τους κόπους αμέτρητων ορκ.

Ο Σαμ πήρε μια βαθιά αναπνοή. Μονοπάτι υπήρχε, αλλά πώς θα κατάφερνε ν’ ανεβεί την πλαγιά δεν το ’ξερε. Πρώτα έπρεπε να ξεκουράσει την πονεμένη του πλάτη. Ξάπλωσε πλάι στο Φρόντο για λίγο. Κανείς δε μιλούσε. Σιγά σιγά το φως δυνάμωνε. Ξαφνικά μια ανεξήγητη αίσθηση επείγουσας ανάγκης κυρίευσε το Σαμ. Έμοιαζε σχεδόν λες και του φώναξαν: «Τώρα, τώρα, ειδαλλιώς θα ’ναι αργά!» Σφίχτηκε και σηκώθηκε. Κι ο Φρόντο φαινόταν ότι είχε νιώσει το κάλεσμα. Ανασηκώθηκε με κόπο στα γόνατα.

– Θα συρθώ, Σαμ, είπε κοντανασαίνοντας.

Έτσι, λίγο λίγο, σαν μικρά γκρίζα έντομα, σύρθηκαν κι ανέβηκαν την πλαγιά. Βγήκαν στο μονοπάτι και βρήκαν πως ήταν φαρδύ, στρωμένο με χαλίκι και πατημένη στάχτη. Ο Φρόντο ανέβηκε πάνω του και ύστερα κινήθηκε, λες από κάποια επιταγή, και έστριψε αργά ν’ αντικρίσει την Ανατολή. Πέρα μακριά οι σκιές του Σόρον βρίσκονταν στις θέσεις τους· αλλά είτε γιατί τα έσκισε κάποια πνοή ανέμου από τον έξω κόσμο είτε γιατί μετακινήθηκαν από κάποια μεγάλη εσωτερική ανησυχία, τα πέπλα των συννέφων στριφογύρισαν και για μια στιγμή παραμέρισαν και τότε είδε να υψώνονται μαύροι, πιο μαύροι και πιο σκοτεινοί απ’ τις πελώριες σκιές που τους περικύκλωναν, τους σκληρούς πυργίσκους και τη σιδερένια κορόνα του πιο ψηλού πύργου του Μπαράντ-ντουρ. Μόνο για μια στιγμή κοίταξε προς τα έξω, αλλά λες κι από κάποιο μεγάλο παράθυρο σ’ αμέτρητο ύψος μαχαίρωσε το βοριά μια κόκκινη φλόγα, το τρεμοπαίξιμο ενός διαπεραστικού Ματιού· και ύστερα οι σκιές έκλεισαν πάλι και το τρομερό όραμα χάθηκε. Το Μάτι δεν ήταν στραμμένο προς το μέρος τους – κοιτούσε βορινά, εκεί που ήταν περικυκλωμένοι οι Καπεταναίοι της Δύσης κι εκεί κατευθυνόταν τώρα όλη του η κακία, καθώς η Δύναμη κινήθηκε να δώσει το τελειωτικό της χτύπημα· ο Φρόντο όμως ύστερα από αυτή την τρομερή ματιά έπεσε λες και είχε χτυπηθεί θανάσιμα. Το χέρι του αναζήτησε την αλυσίδα γύρω από το λαιμό του.

Ο Σαμ γονάτισε δίπλα του. Ξεψυχισμένα, μόλις που ακουγόταν, άκουσε το Φρόντο να ψιθυρίζει: