Выбрать главу

– Βοήθησέ με, Σαμ! Βοήθεια, Σαμ! Κράτα μου το χέρι! Εγώ δεν μπορώ να το σταματήσω.

Ο Σαμ πήρε τα χέρια του κυρίου του και τα έβαλε μαζί, παλάμη με παλάμη, και τα φίλησε· και ύστερα τα κράτησε απαλά ανάμεσα στα δικά του. Ξαφνικά του ήρθε η σκέψη: «Μας ανακάλυψε! Όλα τέλειωσαν ή τελειώνουν πολύ γρήγορα. Τώρα, Σαμ Γκάμγκη, αυτό είναι το τέλος του τέλους».

Σήκωσε ξανά το Φρόντο και τράβηξε τα χέρια του στο στήθος του, αφήνοντας τα πόδια του κυρίου του να κρέμονται. Ύστερα έσκυψε το κεφάλι του και πήρε με κόπο τον ανηφορικό δρόμο. Δεν ήταν τόσο εύκολος, όσο είχε φανεί στην αρχή. Για καλή τύχη οι φωτιές που είχαν ξεχυθεί ανταριασμένες, τότε που ο Σαμ στεκόταν στην Κίριθ Ούνγκολ, είχαν κυλήσει κάτω από τις νότιες και δυτικές πλαγιές κυρίως κι ο δρόμος απ’ αυτή την πλευρά δεν ήταν κλεισμένος. Σε πολλά σημεία όμως είχε κατολισθήσεις· ή τον διαπερνούσαν μεγάλες ρωγμές. Αφού ανηφόριζε ανατολικά για αρκετή ώρα, έπαιρνε μια κλειστή στροφή και γύριζε δυτικά για λίγο. Εκεί στη στροφή περνούσε μέσα από ένα μεγάλο πολυκαιρινό βράχο που εξείχε, που, κάποτε πολύ παλιά, τον είχαν ξεράσει τα καμίνια του Βουνού. Λαχανιασμένος από το φορτίο του ο Σαμ πήρε τη στροφή· και την ώρα που το έκανε, με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι να πέφτει από το βράχο, σαν ένα μικρό κομμάτι μαύρης πέτρας που είχε κατρακυλήσει καθώς πέρασε.

Ένα ξαφνικό βάρος τον χτύπησε κι έπεσε μπροστά, τραυματίζοντας το πίσω μέρος των χεριών του που εξακολουθούσαν να κρατούν τα χέρια του κυρίου του. Ύστερα κατάλαβε τι είχε γίνει, γιατί από πάνω του, όπως ήταν πεσμένος, άκουσε μια μισητή φωνή.

– Κακέ αφέντη! σφύριξε. Κακός αφέντης μας κοροϊδεύει· κοροϊδεύει το Σμήγκολ, γκόλουμ. Δεν πρέπει να πάει από δω. Δεν πρέπει να βλάψει το Πολύτιμο. Δώσσσ’ το στο Σμήγκολ, ναι, δώσσσ’ το μαςςς. Λώσσσ’ το μαςς!

Μ’ ένα βίαιο τίναγμα ο Σαμ σηκώθηκε. Αμέσως τράβηξε το σπαθί του· αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το Γκόλουμ και ο Φρόντο ήταν σφιχταγκαλιασμένοι. Το Γκόλουμ πάλευε με τον κύριό του, προσπαθώντας να φτάσει την αλυσίδα και το Δαχτυλίδι. Αυτό ήταν πιθανότατα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ανάψει τις μισοσβησμένες στάχτες στην καρδιά και στη θέληση του Φρόντο – μια επίθεση, μια προσπάθεια να του αποσπάσουν το θησαυρό του δια της βίας. Έπεσε στην αντεπίθεση με τέτοια ξαφνική μανία, που άφησε το Σαμ κατάπληκτο, το ίδιο και το Γκόλουμ. Αλλά ακόμα κι έτσι, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, αν το Γκόλουμ είχε μείνει απαράλλαχτο· αλλά ό,τι φοβερά μονοπάτια, έρημα, πεινασμένα και άνυδρα, είχε περάσει, σπρωγμένο από μια αχόρταγη επιθυμία κι έναν τρομερό φόβο, είχαν αφήσει θλιβερά σημάδια πάνω του. Ήταν αδύνατο, ξελιγωμένο της πείνας, κάτισχνο, όλο κόκαλα και τσιτωμένο αρρωστιάρικο πετσί. Ένα άγριο φως έκαιγε στα μάτια του, αλλά η παλιά του δύναμη στις λαβές δεν έφτανε την κακία του πια. Ο Φρόντο το πέταξε από πάνω του και σηκώθηκε τρέμοντας.

– Χάμω, χάμω! λαχάνιασε, σφίγγοντας το χέρι στο στήθος του έτσι, ώστε κάτω από το κάλυμμα του δερμάτινού του πουκάμισου έσφιγγε το Δαχτυλίδι. Χάμω, πλάσμα που σέρνεσαι, βγες απ’ το δρόμο μου! Οι ώρες σου τελειώνουν. Δεν μπορείς ούτε να με προδώσεις ούτε να με σκοτώσεις τώρα.

Τότε ξαφνικά, όπως παλιότερα κάτω απ’ τη σκιά των Έμιν Μιούιλ, ο Σαμ είδε τους δύο αντιπάλους με άλλα μάτια. Είδε μια ζαρωμένη μορφή, σχεδόν τη σκιά ενός ζωντανού πλάσματος, ένα πλάσμα τώρα ολοκληρωτικά αφανισμένο και νικημένο, κυριευμένο όμως με μια απαίσια μανία και λύσσα· και μπροστά του στεκόταν αυστηρή, δίχως να την αγγίζει ο οίκτος τώρα, μια μορφή ντυμένη κατάλευκα, που στο στήθος της κρατούσε έναν πύρινο τροχό. Και μέσα από τη φωτιά μιλούσε μια φωνή προστακτική.

– Φύγε και μη μ’ ενοχλήσεις πια! Εάν ποτέ με αγγίξεις ξανά, θα πέσεις στη Φωτιά του Χαμού.

Η ζαρωμένη μορφή πισωπάτησε, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια όλο τρόμο και, παρ’ όλ’ αυτά, ταυτόχρονα ακόρεστη επιθυμία.

Ύστερα το όραμα έσβησε και ο Σαμ είδε το Φρόντο να στέκεται, με το χέρι στο στήθος, λαχανιασμένο, και το Γκόλουμ στα πόδια του, πεσμένο στα γόνατα με τις παλάμες του πλατιά ανοιγμένες στο χώμα.

– Το νου σου! ξεφώνισε ο Σαμ. Θα ορμήσει! Προχώρησε κραδαίνοντας το σπαθί του.

– Γρήγορα, Κύριε! λαχάνιασε. Φύγε! Φύγε! Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Θα το κανονίσω εγώ. Φύγε!

Ο Φρόντο τον κοίταξε, λες και Βρισκόταν τώρα μακριά.

– Ναι, πρέπει να φύγω, είπε. Έχε γεια, Σαμ! Να το τέλος, επιτέλους. Στο Βουνό του Χαμού θα ’ρθει το τέλος. Έχε γεια!

Γύρισε κι έφυγε, προχωρώντας αργά αλλά στητά, ακολουθώντας το ανηφορικό μονοπάτι.

– Και τώρα, είπε ο Σαμ, τώρα θα σε κανονίσω επιτέλους. Όρμησε με το σπαθί του τραβηγμένο, έτοιμος για μάχη. Το Γκόλουμ όμως δεν πήδησε. Έπεσε μπρούμυτα στη γη και κλαψούριζε.