– Μη μαςςς σκοτώνειςςς, έκλαιγε. Μη μαςςς τρυπήσειςςς με το κακό σκληρό ατσάλι! Άσε μας να ζήσουμε, ναι, να ζήσουμε λιγάκι ακόμα! Χαμένοι, χαμένοι! Είμαστε χαμένοι. Κι όταν χαθεί το Πολύτιμο θα πεθάνουμε, ναι, θα σβήσουμε στη σκόνη – ανακάτεψε τις στάχτες του μονοπατιού με τα μακριά λιπόσαρκα δάχτυλά του. Σσκόνη! σφύριξε.
Το χέρι του Σαμ ταλαντεύτηκε. Ο νους του έβραζε από το θυμό και την ανάμνηση του κακού. Θα ήταν δίκαιο να σφάξει αυτό το δόλιο και δολοφονικό πλάσμα, δίκαιο γιατί του άξιζε πολλές φορές· και φαινόταν και το μόνο σίγουρο που είχε να κάνει. Αλλά στα κατάβαθα της καρδιάς του υπήρχε κάτι που τον συγκρατούσε: δεν μπορούσε να χτυπήσει αυτό το πλάσμα έτσι όπως ήταν πεσμένο στη σκόνη, έρημο, αφανισμένο, πανάθλιο. Κι αυτός ο ίδιος, αν και μόνο για λίγο, είχε μεταφέρει το Δαχτυλίδι, και τώρα μπορούσε λίγο να νιώσει την αγωνία του εξουθενωμένου σώματος και πνεύματος του Γκόλουμ, που ήταν σκλαβωμένα σ’ εκείνο το Δαχτυλίδι, δίχως να μπορούν να βρουν ειρήνη ή ανακούφιση ποτέ ξανά στη ζωή. Ο Σαμ όμως δεν είχε λόγια να εκφράσει αυτά που ένιωθε.
– Οχ, π’ ανάθεμά σε, βρομερό πλάσμα! είπε. Φύγε! Ξεκουμπίσου! Δε σ’ εμπιστεύομαι ούτε για να σε κλοτσήσω· φύγε όμως. Ειδαλλιώς θα σε τρυπήσω, ναι, με το κακό σκληρό ατσάλι.
Το Γκόλουμ σηκώθηκε στα τέσσερα και έκανε αρκετά βήματα πίσω και ύστερα γύρισε και, καθώς ο Σαμ ετοιμάστηκε να του δώσει μια κλοτσιά, το ’βαλε στα πόδια κατηφορίζοντας το μονοπάτι. Ο Σαμ δεν ασχολήθηκε πια μαζί του. Ξαφνικά θυμήθηκε τον κύριό του. Κοίταξε προς τα πάνω το μονοπάτι και δεν τον είδε. Πήρε με κόπο τον ανήφορο, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αν είχε κοιτάξει πίσω, μπορεί να είχε δει το Γκόλουμ, όχι πολύ πολύ πιο κάτω, να στρίβει πάλι και ύστερα, με ένα άγριο τρελό φως να καίει στα μάτια του, να έρχεται, γρήγορα αλλά προσεκτικά, έρποντας από πίσω – μια κρυφή σκιά ανάμεσα στα βράχια.
Το μονοπάτι εξακολουθούσε να ανηφορίζει. Γρήγορα έστριβε ξανά και με μια τελευταία ανατολική διαδρομή έμπαινε σε ένα κόψιμο στην όψη του κώνου και έφτανε σε μια σκοτεινή πόρτα στην πλευρά του Βουνού, στην πόρτα των Σάμαθ Νάουρ. Πολύ μακριά τώρα ανεβαίνοντας κατά το Νοτιά ο ήλιος, διατρυπώντας τους καπνούς και τη θολούρα, έκαιγε απειλητικός, ένας θαμπός νερουλιασμένος κόκκινος δίσκος· αλλά όλη η Μόρντορ απλωνόταν γύρω από το Βουνό, σαν νεκρή γη, σιωπηλή, τυλιγμένη στις σκιές, περιμένοντας κάποιο τρομερό χτύπημα.
Ο Σαμ έφτασε στο ανοιχτό στόμιο και τέντωσε τα μάτια του για να δει. Ήταν σκοτάδι και ζέστη κι ένα βαθύ μπουμπουνητό τράνταζε τον αέρα.
– Φρόντο! Κύριε! φώναξε.
Καμιά απάντηση. Για μια στιγμή στάθηκε· η καρδιά του χτυπούσε αγριεμένη από το φόβο κι ύστερα μπήκε μέσα. Ένας ίσκιος τον ακολούθησε.
Στην αρχή δεν μπορούσε να δει τίποτα. Στη μεγάλη του ανάγκη έβγαλε έξω γι’ άλλη μια φορά το φιαλίδιο της Γκαλάντριελ, ήταν όμως χλωμό και παγωμένο στο τρεμάμενο χέρι του και δεν έριχνε φως σ’ αυτή την πνιγερή σκοτεινιά. Είχε φτάσει στην καρδιά του βασιλείου του Σόρον και στα μεταλλουργεία της αρχαίας του δύναμης, της πιο μεγάλης στη Μέση-γη· και όλες οι άλλες δυνάμεις εδώ έχαναν την ισχύ τους. Φοβισμένος έκανε μερικά αβέβαια βήματα στο σκοτάδι και ύστερα, εντελώς ξαφνικά, φάνηκε μια κόκκινη αστραπή που τινάχτηκε ψηλά και άγγιξε την ψηλή μαύρη οροφή. Τότε ο Σαμ είδε ότι βρισκόταν σε μία μακρουλή σπηλιά ή σήραγγα, που έμπαινε μέσα στον κώνο του Βουνού που κάπνιζε. Αλλά λίγο πιο μέσα το δάπεδό της και τα τοιχώματα και από τις δύο πλευρές ήταν σχισμένα στα δύο από μια μεγάλη ρωγμή, από όπου έβγαινε η άγρια φλόγα, που πότε πηδούσε ψηλά και πότε έσβηνε στο σκοτάδι· και όλη αυτή την ώρα κάτω βαθιά ακούγονταν ένα βουητό και μια αναταραχή λες και τεράστιες μηχανές να βροντούσαν και ν’ αγκομαχούσαν.
Η φλόγα πήδησε πάλι ψηλά κι εκεί στο χείλος του χάσματος, στην άκρη άκρη της Σχισμής του Χαμού, στεκόταν ο Φρόντο, μια μαύρη σκιά στο φως της κοκκινίλας, γεμάτος υπερένταση, ολόρθος, αλλά ακίνητος λες και είχε πετρώσει.
– Κύριε! φώναξε ο Σαμ.
Τότε ο Φρόντο κινήθηκε και μίλησε με φωνή καθαρή, με μια φωνή πιο καθαρή και δυνατή από ό,τι τον είχε ποτέ ακούσει ο Σαμ να χρησιμοποιεί, μια φωνή που ακούστηκε πάνω από το βουητό και την αναταραχή του Βουνού του Χαμού, που αντήχησε στην οροφή και στους τοίχους.
– Έχω έρθει, είπε. Αλλά τώρα δεν αποφασίζω να κάνω αυτό που ήρθα να κάνω. Δε θα το κάνω αυτό το πράγμα. Το Δαχτυλίδι είναι δικό μου!
Και ξαφνικά, καθώς το έβαλε στο δάχτυλό του, χάθηκε από τα μάτια του Σαμ. Ο Σαμ ένιωσε την ανάσα του να κόβεται, αλλά δεν πρόλαβε να φωνάξει, γιατί εκείνη τη στιγμή συνέβηκαν πολλά πράγματα.
Κάτι χτύπησε άγρια το Σαμ στην πλάτη, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στο πλάι χτυπώντας το κεφάλι του στο πέτρινο δάπεδο, καθώς μια σκοτεινή σκιά πήδηξε από πάνω του. Έμεινε ακίνητος και για μια στιγμή όλα γύρω του σκοτείνιασαν.